ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

RCA 1946 ! !

1946 RCA

KI AKOMA ΔΟΥΛΕΥΕΙ ΑΜ ΜΑΚΡΑ ΚΑΙ ΒΡΑΧΕΑ. ΜΕ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΗ ΒΕΒΑΙΑ ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ 110V . ΕΥΤΥΧΩΣ ΔΙΑΣΩΘΗΚΕ ΑΠΟ 4 ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ.

b5x04a philips

ΚΙ ΟΜΩΣ ΑΚΟΜΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙ. ΚΑΠΟΥ ΘΑ ΤΟΥ ΒΡΩ ΜΙΑ ΘΕΣΗ.

ΤΕΠΑΖ

ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΑΠΛΑ. ΚΑΠΟΙΟΙ ΧΟΡΕΨΑΝ ΜΕ ΑΥΤΑ. ΒΡΗΚΑ ΕΝΑ ΠΑΡΟΜΟΙΟ ΚΑΤΑΧΩΝΙΑΣΜΕΝΟ ΚΑΠΟΥ. ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ. ΑΛΛΑ ΜΟΥ ΘΥΜΙΣΕ ΠΟΛΛΑ

Είναι άραγε άλλος ο ήχος τους;

Κατέβηκα στην αποθήκη και ξέθαψα τον παλιό μου ενισχυτή Τechnics το παλιό μου Pickup AKAI ένα ράδιοφωνο deck PHILIPS και 4 ηχεία 2 MAGNAT SONOBULL και 2 HITACHI  Μιλάμε για το 1978 τώρα. Τα καθάρισα τους έκανα service και τα έβαλα στο παλιό μου δωμάτιο. Μαζί με τον υπολογιστή και την τηλεόραση του σήμερα. Είναι άραγε άλλος ο ήχος τους; είναι το βινύλιο;  ή εγω τα ακούω πιο ζεστά και πιο γλυκά γιατι θέλω να τα ακούω έτσι;


Με την απορία θα μείνω.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Τα θρυλικά λογοτεχνικά καφενεία της Ευρώπης: Το Café Λουμίδη (Αθήνα)

Τα θρυλικά λογοτεχνικά καφενεία της Ευρώπης: Το Café Λουμίδη (Αθήνα)

Προστέθηκε από
24grammata.com/ ιστορικά καφενεία/ ιστορία της διασκέδασης
γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης
Το ιστορικό πατάρι από όπου πέρασαν ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Γκάτσος, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Γιάννης Μόραλης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και πλήθος άλλων ποιητών, πεζογράφων, δημοσιογράφων και ηθοποιών
Δεν θυμάμαι ποιος είπε ότι ο καφές είναι «ο οίνος του Απόλλωνα». Ο αφορισμός βέβαια έχει ισχύ αξιώματος στις περισσότερες δυτικές χώρες και κατ’ εξοχήν θα έλεγα στη δική μας, τη χώρα του Απόλλωνα, στην οποία ο καφές τιμάται όσο κανένα άλλο ποτό. Ενώ στον τόπο μας όμως τιμάται (και συχνά «υπερ-τιμάται») το προϊόν, δεν τιμώνται τα καφενεία ως τόποι της πολιτιστικής μας παράδοσης – εννοώ τα καφενεία εκείνα στα οποία οι μακρινοί απόγονοι του Απόλλωνα (τουτέστιν οι συγγραφείς) συνήθιζαν να εγκαταβιούν μια φορά κι έναν καιρό. Στην πρωτεύουσα της Ελλάδας δεν λειτουργεί σήμερα ούτε ένα λογοτεχνικό καφενείο που να άνοιξε προπολεμικά. Ολα όσα βρίσκονταν σε επίκαιρες θέσεις ή παρήκμασαν ή άλλαξαν χρήση. Μεταμορφώθηκαν από την Κίρκη του νεοπλουτισμού σε ταχυφαγεία, εστιατόρια, καταστήματα νεοτερισμών, υποκαταστήματα τραπεζών και κοσμηματοπωλεία. Η μνήμη είναι ως φαίνεται μια πολυτέλεια πολύ ακριβή για να την αντέξουμε.
Τι νόημα έχει η παρελθοντολογία; θα ρωτούσε – και ίσως εύλογα – κάποιος. Η εξαφάνιση των λογοτεχνικών καφενείων της Αθήνας είναι κατά κάποιον τρόπο μια επιβεβαίωση του βασικού Νόμου του Μέρφι: αν είναι κάτι να πάει στραβά, θα πάει στραβά. Εδώ χάθηκε η οικιστική φυσιογνωμία της Αθήνας του 19ου αιώνα, κατεδαφίστηκαν κτίρια ανεκτίμητης αξίας, καταπατήθηκαν και εξαφανίστηκαν ολόκληρες δασικές εκτάσεις στο Λεκανοπέδιο, για την έκλειψη των λογοτεχνικών καφενείων θα συζητούμε;
Το ερώτημα ωστόσο δεν είναι ρητορικό. Η εξαφάνιση των λογοτεχνικών καφενείων αποδεικνύει την πολιτιστική αμνησία και την ασέβεια στο πρόσφατο παρελθόν μας κατά τον πλέον οδυνηρό τρόπο, αφού τα έργα εκείνων οι οποίοι σύχναζαν στα καφενεία αυτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συλλογικής μας συνείδησης, της πολιτιστικής κληρονομιάς μας και του νεοελληνικού ψυχισμού. Για όσους θα υποστήριζαν ότι δεν έχει και τόση σημασία που έχουν εκλείψει τα κτίσματα και οι χώροι, αφού παραμένουν οι αναμνήσεις, οι οποίες έχουν καταγραφεί στα κείμενα και διασωθεί στις ποικίλες αφηγήσεις, θα έλεγα απλούστατα ότι οι αναμνήσεις θολώνουν, σβήνουν και αποχρωματίζονται όταν τις αποσπά κανείς από τα κελύφη τους και όταν τα κελύφη αυτά, ως γνήσιοι νεοβάρβαροι, έχουμε «καταφέρει» να τα καταστρέψουμε.
Ας πάμε τώρα και στο συναφές ερώτημα: Γιατί να διασώσει κάποιος τις μνήμες του πρόσφατου παρελθόντος σε μια πόλη «με τόσα αρχαία», όπως λέγανε παλαιά; Η απάντηση είναι εξίσου απλή: Αν ένας τόπος δεν σέβεται το πρόσφατο παρελθόν του, δεν σέβεται ούτε το αρχαίο του κλέος. Σε άλλες χώρες φυσικά τέτοια ερωτήματα θα φάνταζαν παράλογα. Γιατί αν λ.χ. οι Ιταλοί σκέφτονταν σαν κι εμάς, το caffe Greco στη Ρώμη ή το Giubbe Rosse στη Φλωρεντία θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν μετατραπεί σε ωραιότατες μπουτίκ.
Ο πολιτισμός του καφέ
Το σημερινό κείμενο αναφέρεται στο «πατάρι του Λουμίδη», το σημαντικότερο και εμβληματικότερο λογοτεχνικό καφενείο της Αθήνας του 20ού αιώνα. Δεν ήταν ωραίο, δεν ήταν περίβλεπτο, ούτε καν ατμοσφαιρικό, σύμφωνα με τις μαρτυρίες. Υπήρξε όμως τμήμα της ιστορίας της νεότερης Αθήνας και χώρος αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής η οποία χάθηκε μαζί του.
Ανοιξε το 1938, τη σκληρή περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, στο νούμερο 38 της οδού Σταδίου στα Χαυτεία, δίπλα στο παλαιό Βιβλιοπωλείον της Εστίας, και γρήγορα συγκέντρωσε τον καλλιτεχνικό, τον λογοτεχνικό και τον δημοσιογραφικό κόσμο της Αθήνας, αφού βρισκόταν σε επίκαιρη θέση, κοντά στα γραφεία των εφημερίδων και στα θέατρα, δίπλα στο ιστορικότερο βιβλιοπωλείο της εποχής. Ηταν αναπόφευκτο να συνδεθεί αμέσως σχεδόν με την κουλτούρα του καφέ και των συζητήσεων, των ιδεών και των ζυμώσεων που προκαλούσαν.
Οι ιδιοκτήτες του, οι τρεις αδελφοί Λουμίδη, δεν φιλοδοξούσαν ανοίγοντάς το να δημιουργήσουν ένα λογοτεχνικό καφενείο. Το πατάρι ήταν συμπλήρωμα του καταστήματός τους στο ισόγειο και αποτελούσε πρόσθετη πηγή εσόδων για την επιχείρησή τους. Αυτοδημιούργητοι, οι αδελφοί Αντώνιος, Νικόλαος και Ιάσων Λουμίδης είχαν ξεκινήσει το 1919 από κάποιο μικρό καφεκοπτείο, στην οδό Ρετσίνας 12 του Πειραιά, για να κατακτήσουν σύντομα την αγορά του καφέ στην Ελλάδα αξιοποιώντας δύο πανίσχυρα και εν πολλοίς ανεκμετάλλευτα ως τότε μέσα: τη δύναμη ενός από τα διασημότερα διαφημιστικά σλόγκαν («έκαστος εις το είδος του κι ο Λουμίδης στους καφέδες») και την τυποποίηση και διάδοση ενός προϊόντος με αυστηρές προδιαγραφές το οποίο κατέστησαν αναγνωρίσιμο πανελληνίως. Επιπλέον, επέλεξαν το πιο επιτυχημένο εμπορικό σήμα στην ιστορία της ελληνικής διαφήμισης: τον παπαγάλο, γιατί είναι το μόνο πτηνό που του αρέσουν, λέγεται, οι καρποί του καφέ.
Στο πατάρι, όπου τα τραπέζια ήταν διατεταγμένα σε σχήμα πι (στα αριστερά κάθονταν οι ηθοποιοί, οι δημοσιογράφοι και οι επιθεωρησιογράφοι, ενώ οι συγγραφείς μαζεύονταν στο βάθος), συναντούσε κανείς τους σημαντικότερους δημιουργούς της Αθήνας αλλά και πολλούς άλλους: νεαρά ζευγάρια θαυμαστών που ήθελαν να δουν από κοντά τα ινδάλματά τους, φιλόδοξους γραφιάδες που γοητεύονταν από το γεγονός ότι στο διπλανό τραπέζι μπορούσαν να κάθονταν και να συζητούν οι καθιερωμένοι συγγραφείς της εποχής, περίεργους και περαστικούς οι οποίοι γοητεύονταν από τον θρύλο που συνόδευε το καφενείο και τους θαμώνες του.
Καφές, καπνός, εμπνεύσεις
Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να γνωρίζαμε πόσες ιδέες και ποιων έργων η αφορμή υπήρξε το πατάρι του Λουμίδη. Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε αρκετούς ιστορικούς του τοπογραφικού περιβάλλοντος της λογοτεχνίας μας. Για ένα καφενείο σαν κι αυτό, που καλύπτει τριάντα χρόνια πολιτιστικής ιστορίας της Αθήνας, θα περίμενε κάποιος να υπάρχουν μελέτες, χρονικά, πλήθος στοιχεία και πληροφορίες – αν μη τι άλλο. Το μόνο που υπάρχει είναι το βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη, τακτικού θαμώνα του παταριού, Λουμίδης: Ενα αγνοημένο φυτώριο ποιητών (εκδόσεις Σπηλιώτη, 2005).
Στη χώρα μας ξέρουμε για παράδειγμα ότι ο Σαρτρ έγραψε μεγάλο μέρος του έργου του στο Café Flore του Σεν Ζερμέν, αλλά δεν ξέρουμε αν στο πατάρι του Λουμίδη συνέλαβε την Αμοργό ο Γκάτσος (οι φήμες λένε ότι την έγραψε ως παιχνίδι εν μια νυκτί) ή αν εδώ συζητήθηκε μαζί με την υπόθεση και το έργο του Λόρκα που οδήγησε στην αλησμόνητη παράσταση του Ματωμένου γάμου από το Θέατρο Τέχνης με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Ή ακόμη, τι ρόλο έπαιξαν οι συζητήσεις στο πατάρι, ποια χημεία, ποια ώσμωση δημιουργούσαν ο καπνός, ο καφές και η συζήτηση ανάμεσα στους ποιητές της γενιάς του 1930 οι οποίοι σύχναζαν εδώ: στον Ελύτη και στον Γκάτσο κατά κύριο λόγο, όπως και στους ζωγράφους, στον Μόραλη και στον Τσαρούχη;
Εδώ αναπτύχθηκαν σχέσεις και μακροχρόνιες φιλίες, όπως αυτή του Μάνου Χατζιδάκι με τον Γκάτσο και τον Ελύτη – ιδίως με τον πρώτο. Από το πατάρι, αν και όχι τακτικά, περνούσε και ο Μίκης Θεοδωράκης. Οι σχέσεις στο διαπροσωπικό επίπεδο είχαν συνέπειες και στο καλλιτεχνικό. Και ίσως τις συνεργασίες ποιητών και ζωγράφων (του Μόραλη και του Τσαρούχη με τον Ελύτη), ποιητών και μουσικών (του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι με τον Γκάτσο, τον Κατσαρό, τον Ελύτη και άλλους ποιητές), αυτή την άτυπη αλλά ουσιαστική συνεργασία των τεχνών, εδώ θα πρέπει να την αναζητήσουμε.
Από το πατάρι πέρασαν σχεδόν οι πάντες. Ακόμη και ο Σεφέρης, ο οποίος έβρισκε απαίσιο ένα άλλο πασίγνωστο καφενείο της Αθήνας, του Ζόναρς. Πέρασε ο Εμπειρίκος, ο Σαχτούρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Νικηφόρος Βρεττάκος – για να μείνω μόνον σε μερικούς από τους πιο γνωστούς που δεν βρίσκονται στη ζωή.
Η παρακμή της δεκαετίας του 1960
Τη δεκαετία του 1960 το πατάρι άρχισε να παρακμάζει. Οι περισσότεροι από τους παλαιούς επιφανείς θαμώνες του το είχαν εγκαταλείψει, κάποιοι από αυτούς ανεβαίνοντας ψηλότερα, σε ένα νέο στέκι, το Μπραζίλιαν κοντά στο Σύνταγμα. Τα ίχνη της εγκατάλειψης στο Καφέ Λουμίδη ήταν πλέον τόσο έντονα που σου προκαλούσαν αποκαρδίωση, όπως μαρτυρεί ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας. Σχισμένα καθίσματα, βρώμικοι τοίχοι, καταθλιπτική ατμόσφαιρα. Ακόμη και το θρυλικό γκαρσόνι, ο Τάκης, όπως τον ήξεραν όλοι, δεν ήταν πια ο άνθρωπος που συμπεριφερόταν φιλικά και περιποιόταν τους πάντες, αλλά ψυχρός και βλοσυρός, έμοιαζε τώρα με φάντασμα της παλαιάς, καλής εποχής.
Ο γράφων έψαχνε εδώ και καιρό στοιχεία για το πατάρι του Λουμίδη και βρήκε ελάχιστα πράγματα. Υποθέτω ότι αν ήμασταν στη Γαλλία ίσως και να είχε θεσπιστεί λογοτεχνικό βραβείο Λουμίδη, όπως το βραβείο του café Les Deux Magots στο Παρίσι. Αλλά βέβαια όλα αυτά είναι όνειρα θερινής νυκτός.
Η ένσταση η οποία θα μπορούσε να προβληθεί ότι αρκετά ιστορικά καφενεία έχουν κλείσει και σε άλλες μητροπόλεις, όπως για παράδειγμα στην Κωνσταντινούπολη και στο Λονδίνο, δεν ευσταθεί. Στην Κωνσταντινούπολη και στο Λονδίνο ειδικά, η εξαφάνιση ή η μετάλλαξη των παλαιών καφενείων ήταν αναπόφευκτη συνέπεια του γεγονότος ότι η κουλτούρα του καφέ αντικαταστάθηκε από την κουλτούρα του τσαγιού. Και είναι βέβαια αστείο να συγκρίνουμε και πολύ περισσότερο να προβάλλουμε ως σοβαρό επιχείρημα ότι και στο Λονδίνο κάποια παλαιά καφενεία παρήκμασαν, όταν στη βρετανική πρωτεύουσα εξακολουθούν να ανθούν οι λέσχες και τα κλαμπ και τόσα σπίτια επιφανών συγγραφέων και διανοουμένων λειτουργούν ως μουσεία.
Στη χώρα μας τα πάντα, όταν τελειώνουν, τελειώνουν οριστικά. Το café Central της Βιέννης μπορεί να έκλεισε για πολλά χρόνια αλλά κάποια στιγμή αναστηλώθηκε και ξαναλειτούργησε στο ίδιο κτίριο – έστω και σε διαφορετική θέση. Το ίδιο περίπου συνέβη με το Closerie des Lilas στο Παρίσι και με άλλα διάσημα καφενεία της Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θεωρούν αυτονόητο ότι δεν έχουν την πολυτέλεια να διαγράφουν ή να εγκαταλείπουν στη λήθη τμήματα της σχετικά πρόσφατης ιστορίας τους. Εμείς μόλις πρόσφατα αρχίσαμε να το συνειδητοποιούμε.
Τα καφενεία – κατ’ εξοχήν τα λογοτεχνικά – έχουν σημειακό, όπως θα έλεγαν οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι, χαρακτήρα, στη φυσιογνωμία και στην κοινωνική συμπεριφορά μέσα στο αστικό τοπίο, στη ζωή μιας πόλης και στη ζωή μέσα στην ίδια την πόλη. Είναι συστατικά γνωρίσματα της ευρωπαϊκής παράδοσης η οποία απέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τους κατοίκους των περισσοτέρων πόλεων της ηπείρου μας να τις μετατρέψουν σε μυρμηγκοφωλιές, όπως αντίθετα συμβαίνει στις αναδυόμενες βιομηχανικές κοινωνίες της Ασίας και σε πολλά μέρη του Τρίτου Κόσμου.
Κλειστόν λόγω κατεδαφίσεως
Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 υπήρξε η χαριστική βολή για το πατάρι του Λουμίδη, το οποίο εξακολουθούσε να υπάρχει – και να παρακμάζει – επί μικρόν ακόμη διάστημα. Κάποια μέρα, σαν παραμύθι που είχε κακό τέλος, το κατάστημα του Λουμίδη έκλεισε και το διπλανό βιβλιοπωλείο της Εστίας μετακόμισε στην οδό Σόλωνος, όπου βρίσκεται και σήμερα. Συνέβη αυτό το οποίο συνέβη σε τόσα και τόσα κτίρια της Αθήνας – και όχι μόνον: «Κλειστόν λόγω κατεδαφίσεως».
Η Αθήνα δυστυχώς δεν μπορεί να «ανακτήσει» σήμερα τα παλαιά της ιστορικά καφενεία. Το να δημιουργήσει νέα είναι μάλλον δύσκολο, αφού οι ανθρώπινες σχέσεις, οι επαφές και οι συζητήσεις ορίζονται πλέον σε άλλο πλαίσιο. Πέραν αυτού, οι παραδόσεις δεν δημιουργούνται εν κενώ. Η πόλη βελτιώθηκε αισθητά εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων, όμως απέχει ακόμη από το να τη χαρακτηρίσει κανείς πραγματικό «άστυ». Και να σκεφτεί κανείς ότι κάποτε απεκλήθη «κλεινόν» και «ιοστεφές» άστυ.
Οσο για το πατάρι, το πατάρι των αναμνήσεων, θα έπρεπε νομίζω κάποια στιγμή η εταιρεία που παράγει σήμερα τον καφέ Λουμίδη να εκδώσει ένα λεύκωμα για το ιστορικό αυτό καφενείο. Με κείμενα, φωτογραφίες, ντοκουμέντα ή όποιο υλικό έχει διασωθεί και βρίσκεται σκόρπιο εδώ κι εκεί με κίνδυνο να χαθεί για πάντα. Θα αποτελούσε τον ελάχιστο, έστω και μεταθανάτιο, φόρο τιμής για όλους όσοι πέρασαν από εκεί, για εκείνους που το γνώρισαν και βρίσκονται ανάμεσά μας και σε τελική ανάλυση για το ίδιο της το προϊόν, το οποίο κυκλοφορεί υπόγεια, κάτω από τα κείμενα των ένδοξων θαμώνων του πάλαι ποτέ παταριού της οδού Σταδίου 38.
www.tovima.gr
Βιστωνίτης, Αναστάσης

ΤΑ ΘΡΥΛΙΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


Προστέθηκε από
24grammata.com/ ιστορικά καφενεία/ ιστορία της διασκέδασης
Caffè Florian (Βενετία): To μυθικό καφενείο της Βενετίας όπου σύχναζαν ο Μπάιρον, ο Γκαίτε, ο Προυστ, ο Γκολντόνι, ο Καζανόβα και ο Βάγκνερ
γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης
Η Βενετία είναι ο τεράστιος μυθικός καθρέφτης του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πλατεία του Αγίου Μάρκου η πασαρέλα της. Και βασίλισσα αυτής της πασαρέλας ένα θρυλικό καφενείο: το caffè Florian.
Εχω επισκεφθεί το Florian τον χειμώνα με ομίχλη ή με βροχή, την άνοιξη και το φθινόπωρο με αίθριο καιρό, έχω σταθεί στην ουρά για να βρω τραπεζάκι να καθήσω την περίοδο του Καρναβαλιού, όταν το πλήθος στην πλατεία είναι τέτοιο που δυσκολεύεσαι να περπατήσεις. Ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ μάλιστα το λέει πολύ παραστατικά: τα δρομάκια της Βενετίας είναι τόσο στενά ώστε δεν μπορεί κανείς να ανοίξει την ομπρέλα του.
Εχω έρθει μόνος και με φίλους, και πάντοτε φεύγω με την αίσθηση ότι το καφενείο αυτό κρύβει πιο πολλά από όσα δείχνει. Σαν να πέφτει πάνω του μια σκιά που η λάμψη της έρχεται από βαθιά, πιο βαθιά ακόμη και από το 1720, όταν πρωτολειτούργησε. Για να παραφράσω τον Μπάιρον, που όσο έμενε στην πόλη έπινε τον καφέ του εδώ, το Florian είναι η μάσκα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Εναν αιώνα σχεδόν μετά τον Μπάιρον, στα Χαρτιά του Ασπεν ο Χένρι Τζέιμς έγραφε ότι το μέρος τα καλοκαιρινά βράδια κάτω από τα άστρα και το φως των λαμπτήρων μοιάζει με υπαίθριο σαλόνι.
Οι μυθικοί τόποι σαν τη Βενετία μοιάζουν με τις έμμονες ιδέες. Δεν σε εγκαταλείπουν σχεδόν ποτέ. Γιατί η φυσική τους παρουσία είναι πάντοτε ισχυρότερη από την ανάμνησή τους. Σήμερα ο πληθυσμός της πόλης των Δόγηδων έχει μειωθεί στο μισό από όσο ήταν τη δεκαετία του ’60, αλλά ο αριθμός εκείνων που την επισκέπτονται προκαλεί ίλιγγο. Δεκατέσσερα εκατομμύρια τουρίστες περνούν κάθε χρόνο από αυτή την πόλη-μουσείο και σε περιόδους συνωστισμού είναι σχεδόν αδύνατον να βρεις άδειο τραπέζι στο Florian. Χρειάζεται να επιστρατεύσεις ιώβεια υπομονή και μεγάλα αποθέματα αυτοθυσίας – για να μην πω μαζοχισμού. Αλλά πάλι, αξίζει τον κόπο και μόνο αν σκεφθείς ποιοι πέρασαν και κάθησαν εδώ που κάθεσαι κι εσύ ή στα διπλανά τραπέζια: από τον Μπάιρον, τον Γκαίτε, τον Προυστ, τον Τζόυς και τον Καζανόβα ως τον Κάρλο Γκολντόνι, τον Τρόλοπ, τη Γερτρούδη Στάιν, τον Οντεν, τον Χένρι Τζέιμς, τον Ρόμπερτ Μπράουνινγκ και τον Πολ Μοράν.
Περπατώντας τη νύχτα κάτω από τη στοά βλέπει κανείς τα φωτισμένα έξι χωριστά δωμάτια στη σειρά που αποτελούν το Florian σαν μυθικές αντανακλάσεις του παρελθόντος μέσα στο μούχρωμα που έρχεται από τη λιμνοθάλασσα.
Τις ήσυχες χειμωνιάτικες μέρες, όταν στη Βενετία πέφτει η αυλαία των εποχών, όταν φυσάει, όταν η aqua alta στέλνει τους ντόπιους στα σπίτια τους και τους τουρίστες στα δωμάτια των ξενοδοχείων τους, το Florian σού λέει την ιστορία του με υπόκρουση τον ρυθμό της βροχής καθώς πέφτει στο υπόστεγό του και με την υδάτινη κουρτίνα της μπροστά στα παράθυρα κλείνει τη θέα της πλατείας, το Παλάτσο Ντουκάλε, το καμπαναριό και την εκκλησία του Αγίου Μάρκου. Κι αν με βροχή το Florian σε μεταφέρει στα τοπία των αναμνήσεων και της νοσταλγίας, όταν το τυλίγει η ομίχλη είναι απλώς μαγικό, μια υγρή τοιχογραφία τυλιγμένη σε ένα ατελεύτητο γκρίζο πέπλο που χύνεται σαν υγρός και πηχτός αέρας στην πλατεία, απλώνεται στη συνοικία Σαλούτε και στο ναυαρχείο, για να καταλήξει να σκεπάσει από παντού τη λιμνοθάλασσα.
Αναρωτιέσαι: σε τίνος καρέκλα ή κυρίως σε τίνος γωνιά ή τραπέζι κάθομαι και πίνω τον εσπρέσο μου; Ποια μέρα, τι ώρα ακριβώς και σε ποιο τραπέζι έπαιρνε το πρωινό του ο Σταντάλ όταν πληροφορήθηκε την ήττα του Ναπολέοντα στη μάχη του Βατερλό; Ισως όμως εδώ να καθόταν ο Ρουσό – ή ο Σατομπριάν;
Και ο Αλφρέ ντε Μισέ; Οι αδελφοί Γκονκούρ; Η Γεωργία Σάνδη; Η Κολέτ; Η τελευταία να είχε άραγε μαζί της κάποια από τις γάτες της σε τούτη την πόλη που είναι γεμάτη από αυτά τα ανεξάρτητα και μυστηριώδη αιλουροειδή; Οποτε τα βλέπω να περνούν με την ουρά ανασηκωμένη μπροστά στα κανάλια ή κάτω από τα υπόστεγα, θυμάμαι τον Πολ Μοράν: «Οι γάτες είναι τα γεράκια της Βενετίας».
Και να ταν μόνον αυτοί. Ο Ντίκενς πέρασε από εδώ, και πριν από αυτόν ο Τζον Ράσκιν και ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, για να έρθουν και να πατήσουν στα ίχνη τους κι άλλοι, ακόμη και εκείνοι που ένιωθαν απέχθεια για τη Βενετία, όπως ο Ντ.Χ. Λόρενς, που τη θεωρούσε «μια βδελυρή, πράσινη και γλιτσιάρα πόλη». Ή ο Σαρτρ, ο οποίος υπήρξε ακόμη πιο προκλητικός γιατί είχε «ταξική» άποψη. Δεν μπορούσε να ανεχτεί την απίστευτη ομορφιά της Βενετίας θεωρώντας προσβλητικό το γεγονός ότι αυτό το λαμπερό πανόραμα με τα 1.500 χρόνια ιστορίας αποτελεί το πιο εξαίσιο δημιούργημα του αστικού πολιτισμού.
Η μυρουδιά του καφέ
Η Βενετία όλον τον χρόνο, αλλά πιο έντονα τον χειμώνα, αποπνέει μιαν οσμή από σάπια φύκια και μούχλα που μοιάζει να έρχεται από το ίδιο το παρελθόν της. Η μυρουδιά όμως που ενθουσίασε τους ενετούς εμπόρους του 16ου αιώνα ήταν του καφέ, που την οσμίστηκαν, λέγεται, για πρώτη φορά στην Κωνσταντινούπολη το 1585. Από το 1638 άρχισε να πουλιέται ο καφές στη Γαληνοτάτη και στις 29 Δεκεμβρίου του 1720 άνοιξε το πρώτο καφέ Φλοριάν, που τότε έφερε την ονομασία Caffè alla Venecia trionfante (Καφενείο της θριαμβεύτριας Βενετίας). Γρήγορα το καφενείο καθιερώθηκε ως Florian, από το όνομα του ιδρυτή του, Φλοριάνο Φραντσεσκόνι. Και αν αναρωτιέστε γιατί το προτιμούσε ο Καζανόβας, η εξήγηση είναι πολύ απλή: ήταν το μόνο καφενείο στην πόλη όπου επιτρέπονταν οι γυναίκες. Γι’ αυτό και ο θρύλος του είναι άρρηκτα δεμένος με το μυστήριο και τον ερωτισμό της Βενετίας. Ετσι, τα δύο δωμάτια που το αποτελούσαν στην αρχή, έγιναν τέσσερα στο τέλος του 18ου αιώνα, για να προστεθούν αργότερα και άλλα δύο. Δεν είναι μεγάλα – θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι το καθένα δεν καταλαμβάνει περισσότερο χώρο από όσο μια ευρύχωρη κρεβατοκάμαρα. Γι’ αυτό ίσως ο Τρόλοπ γράφει στα απομνημονεύματά του ότι το Florian διαθέτει πολύ μικρά δωμάτια, «σαν κελιά σχεδόν».
Οπως συμβαίνει με πολλά από τα ιστορικά κτίσματα της Ευρώπης, και εδώ έπαιξαν μεγάλο ρόλο οι οικογενειακές παραδόσεις. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Βαλεντίνο Φραντσεσκόνι, εγγονός του Φλοριάνο, ανέλαβε την επιχείρηση και σύντομα την παραχώρησε στον γιο του Αντόνιο. Εδώ τελειώνει η ιστορία της οικογένειας Φραντσεσκόνι και του παλιού Florian, που πέρασε σε άλλα χέρια.
Μια πινακοθήκη τριών αιώνων
Πολλοί γνωστοί ζωγράφοι έφτιαξαν τους πίνακες του καφενείου και ανάμεσά τους ο Μπερτίνι και ο Καναλέτο. Η παράδοση αυτή συνεχίζεται και σήμερα. Το Florian δεν είναι απλώς από μόνο του ένα έργο τέχνης. Είναι και χώρος εκθέσεων. Πολλά έργα από την ανεκτίμητη συλλογή του τα δανείζει κατά καιρούς για αναδρομικές εκθέσεις σε μεγάλα μουσεία και γκαλερί σε όλον τον κόσμο. Το 1893 ο Ρικάρντο Σελβάτικο εμπνεύστηκε εδώ την ιδέα να φιλοξενείται στο Florian μια διεθνής έκθεση σύγχρονης τέχνης (Esposizione Internazionale d’Arte Contemporanea). Από την ιδέα αυτή προέκυψε αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως Bienalle της Βενετίας.
Δεν είναι μόνο οι πίνακες ωστόσο. Οποιος θέλει να πάρει μιαν ιδέα για τους περίφημους βενετσιάνικους καθρέφτες εδώ θα βρει μερικά από τα καλύτερα και πολυτιμότερα δείγματά τους. Οι καθρέφτες είναι περίφημα έργα τέχνης σε περίτεχνα διακοσμητικά κάδρα.
Το 1848, όταν η κατοχή της πόλης από τους Αυστριακούς είχε τερματιστεί για ένα διάστημα, ο ιδιοκτήτης του Florian θέλησε να μεταμορφώσει το καφενείο σε έναν λαμπερό τόπο συνάντησης. Προσέλαβε τον Λουντοβίκο Καντορίν, ο οποίος ανακαίνισε σχεδόν τα πάντα, χρησιμοποίησε μάρμαρο στα τραπέζια και διακόσμησε ως και το καρυδένιο πάτωμα. Στα εγκαίνια του ανανεωμένου καφενείου ήταν παρούσα η αφρόκρεμα της πόλης, συμπεριλαμβανομένου του Αντόνιο Σέλβα, του αρχιτέκτονα που είχε φτιάξει την όπερα La Fenice της Βενετίας. Πολύ σύντομα το Φλοριάν άρχισε να αποκαλείται Il Salotto del Senato (Το Καθιστικό της Γερουσίας).
Οταν επέστρεψαν ξανά οι Αυστριακοί στην πόλη, Ιταλοί και Αυστριακοί σύχναζαν σε διαφορετικά καφενεία, εκτός από το Florian, όπως παρατηρούσε ο αμερικανός μυθιστοριογράφος Γουίλιαμ Ντιν Χάουελς που υπήρξε πρόξενος στη Βενετία από το 1861 ως το 1865. Είναι δύσκολο να το φανταστείς, αλλά τον 19ο αιώνα το καφενείο άνοιγε από τις τρεις ακόμη το πρωί, για να μπορεί κανείς, καθώς έγραφε ο Τρόλοπ, να απολαμβάνει ένα «πολύ άνετο πρόγευμα» με αβγά που θα συνόδευαν το ψωμί και τον καφέ του.
Η ορχήστρα παίζει ακόμη Βάγκνερ
Σήμερα, όταν έχει καλό καιρό, η ορχήστρα του Florian εξακολουθεί να παίζει για τους θαμώνες όπως τον παλιό, καλό καιρό, που μέρη σαν κι αυτά σε όλη την Ευρώπη τα συντηρούσε η εύπορη ελίτ των καφενείων. Ο λογαριασμός επιβαρύνεται με πέντε ευρώ κατ’ άτομο, αλλά αξίζει τον κόπο. Η ποιότητα των μουσικών εκτελέσεων έχει ανεβεί κατακόρυφα μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, αφού τώρα οι μουσικοί, που προέρχονται όλοι από τις πρώην ανατολικές χώρες, είναι εξαιρετικά υψηλού επιπέδου. Και όταν το ηλιοβασίλεμα μες στις ανταύγειες του ήλιου και της θάλασσας η μυθική πλατεία ξεδιπλώνει τα βελούδινα μυστικά της, η μουσική του Βάγκνερ μοιάζει σαν να υψώνει την ορχήστρα, τους πελάτες και τα γκαρσόνια στο Διάστημα, λες και μαέστρος είναι το φάντασμα του τελευταίου δόγη, μόνο που δεν κρατάει μπαγκέτα στο δεξί του χέρι όπως το υψώνει πάνω από τους μουσικούς αλλά στο μεσαίο του δάχτυλο αστράφτει το εωσφορικό διαμαντένιο δαχτυλίδι που κάποτε το πετούσε κάθε χρόνο στη θάλασσα ως σύμβολο της ένωσης – της δικής του και της πόλης – με το νερό.
Ολα σε προδιαθέτουν να αφεθείς σε ποικίλες φαντασιώσεις. Και πώς αλλιώς άλλωστε; Αρκεί μόνο να σκεφτείς ότι ο Βάγκνερ ανέβαινε στο πάνω πάτωμα του Florian για να ακούσει ήσυχα και από απόσταση τη μουσική του που παιζόταν κάτω, όπως τώρα εσύ ακούς την εισαγωγή από τον Ταγχόιζερ να διαχέεται στον αέρα.
Ο θαυμαστής του Οντεν
Στην τελευταία μου επίσκεψη στο Florian με τη Μαρία, τη γυναίκα μου, τον Τίτο και τη Ρένα Πατρικίου πριν από τρία χρόνια, το καφενείο κατά ευτυχή συγκυρία ήταν σχεδόν άδειο. Ετσι, μπορέσαμε να καθήσουμε στο τραπέζι που προτιμούσαν ο Οντεν και ο Γιόζεφ Μπρόντσκι, o oποίος είχε πάθος με τη Βενετία, μια κι εδώ βρήκε την άλλη, πολύχρωμη και πιο μυθική πλευρά του δικού του καθρέφτη: της Πετρούπολης. Εγραψε άλλωστε δύο χρόνια προτού πεθάνει έναν εξαίσιο ύμνο για τη Βενετία, όπου και βρίσκεται θαμμένος: το λακωνικό αριστούργημα Υδατογράφημα.
Στο τραπέζι μας ήρθε ο γιος του ιδιοκτήτη, που λατρεύει την Κεφαλλονιά. Αλλά κάτι παράξενο συνέβη. Λίγα λεπτά μετά από εμάς μπήκε στο καφενείο ένας κοντόσωμος μεσήλικος και μολονότι όλα τα υπόλοιπα τραπέζια ήταν άδεια, στάθηκε όρθιος σε μιαν άκρη, σαν κάτι ή κάποιον να περίμενε, ρίχνοντάς μας πού και πού φευγαλέες ματιές. Σύντομα καταλάβαμε ότι αυτό που περίμενε ήταν να φύγουμε εμείς και να πάει βιαστικά να καθήσει στο τραπέζι μας δίπλα στο παράθυρο. Κάποιος από τους πελάτες που τιμούσε στο μπαρ ένα ωραιότατο παγωτό με βανίλια και φιστίκι, χαμογέλασε και μας είπε ψιθυριστά: «Ετσι κάνει πάντοτε. Είναι θαυμαστής του Οντεν». www.tovima.gr

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Τα πρώτα “ευρωπαϊκά” γλυκά (πάστες κ.ά.) εκτοπίζουν τα σιροπιαστά.

24grammata.com- ιστορικά καφενεία
γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

Το πρώτο delivery στην Αθήνα από το ζαχαροπλαστείο Μπερνίτσα.
Στις αρχές του 1900, η ζαχαροπλαστική περιοριζόταν μόνο στην παραγωγή γλυκών του ταψιού, του κουταλιού, τους «βακλαβάδες», τα λουκούμια, τους λουκουμάδες και άλλα. Η ζαχαροπλαστική τέχνη δυτικής προέλευσης (πάστες, σαντιγί, μιλφέιγ, φρουϊ γλασέ κ.ά.) ήταν παντελώς άγνωστη στην Ελλάδα. Ένας από τους σημαντικότερους διαμορφωτές αυτών των νέων γαστρονομικών συνηθειών ήταν ο Παναγιώτης Ι. Μπερνίτσας.
Πρόκειται για έναν αυτοδημιούργητο βιοπαλαιστή που κατάφερε να λειτουργήσει ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά ζαχαροπλαστεία στη Ελλάδα.  Ήταν, ίσως, ένα από τα πιο πολυτελή κοσμικά στέκια στην παλιά Αθήνα. Βρισκόταν στη γωνία Πανεπιστημίου και Πατησίων και δεν έκλεινε ποτέ (24 ώρες ανοιχτό). Το πρώτο μαγαζί του Μπερνίτσα (1885) βρισκόταν στη γωνία Πειραιώς και Σωκράτους και αναστάτωσε την Αθηναϊκή κοινωνία, όταν μαθεύτηκε ότι νοίκιασε (αρχές 1900) τη νέα αίθουσα στην Πανεπιστημίου με το ασύλληπτο, για την εποχή, μίσθωμα των 100 χρυσών λιρών ( Κ. Χατζιώτη, Πλατεία Ομονοίας, Σύλλογος των Αθηναίων, 1992).
Ο Μπερνίτσας, ίσως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ο «πνευματικός πατέρας» των delivery και των catering στην Ελλάδα. Είχε οργανώσει ειδική υπηρεσία για την κατ΄οίκον παράδοση εμφιαλωμένου γάλακτος. Η παράδοση γινόταν με ειδικά διαμoρφωμένα μόνιππα… Για το catering πολυτελείας συνεργαζόταν με τους «Μαμαλάκηδες» της εποχής, που δεν ήταν άλλοι από τον Νικόλαο Τσελεμεντέ (1878 – 1958), τον Παπαστεφάνου και άλλους αρχιμαγείρους των ανακτόρων. Βέβαια, τα εδέσματα ήταν πανάκριβα και πολυτελή και γι αυτό προορίζονταν μόνο για συγκεκριμένη πελατεία της «καλής κοινωνίας».
Το μεγάλο πρόβλημα της επιχείρησης ήταν να βρει τους αρχιμάστορες (όπως τους έλεγαν τότε) της ζαχαροπλαστικής. Τους έφερνε από το Παρίσι, τη Βιέννη, τη Ζυρίχη και τους πλήρωνε, πραγματικά, μία περιουσία. Αυτοί οι αρχιμάστορες ήταν, ουσιαστικά, οι δάσκαλοι όλων των ζαχαροπλαστών στην Ελλάδα μέχρι και σήμερα. Μόνο ο Μπερνίτσαs απασχολούσε, στις δόξες του, 300 άτομα και όλοι αυτοί, αργά ή γρήγορα, θα ανοίξουν το δικό τους ζαχαροπλαστείο. Αν το καλοσκεφτήτε, σε αυτούς τους άσημους ανθρώπους οφείλουμε πολλές από τις συνήθειες της καθημερινής μας ζωής.
Η σπεσιαλιτέ του ζαχαροπλαστείου Μπερνίτσα ήταν το εκμέκ με σαντιγί, το οποίο ήταν πάντα φρέσκο, λόγω της μεγάλης ζήτησης. Στην οδό Ηπείρου (και αργότερα στην Ιερα Οδό) βρισκόταν το βουστάσιο Μπερνίτσα. Το επιχειρηματικό του ταλέντο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ήταν από τους πρώτους επιχειρηματίες που ασπάστηκε τη νέα τεχνολογία: η επιχείρηση διέθετε από τα πρώτα τηλέφωνα στην Ελλάδα (1910) με αριθμό κλήσης 393.
Πάντως, οι μάγκες της εποχής αποκαλούσαν τους θαμώνες του ζαχαροπλαστείου ως «βυζανιάρικα» και «γαλακτομπεμπέδες του Μπερνίτσα». Αυτές οι ειρωνείες αναφέρονταν ακόμα και στις θεατρικές παραστάσεις της εποχής, ίσως, γιατί ο Μπερνίτσας ήταν αντιπαθητικός στους μετανάστες από την επαρχία, επειδή δεν τους επέτρεπε να αφήνουν τα μπαγκάζια και τους μπόγους τους.  Το ζαχαροπλαστείο έκλεισε το 1954.