ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Ποιος ήταν ο Γιουσουρούμ; Μοναστηράκι: σε μία πλατεία 4 θρησκείες, 2 δόγματα, 3 ήπειροι

Προστέθηκε από
24grammata.com/ Ιστορίες της Αθήνας
γράφει ο Γιώργος  Δαμιανός
Αφήνοντας πίσω σας το Τζαμί του Τσισδαράκη (μα, έχουμε Τζαμί στην Αθήνα;) και την παλιά καθολική εκκλησία του Μπονεφάτση (τη σημερινή Παναγία  Παντάνασσα*) μπαίνουμε στο Γιουσουρούμ. Μέσα στο μυαλό μου ο Νικόλας  Άσιμος σιγοτραγουδάει το στιχάκι: «κι εμείς ξεπουλιόμαστε στο γιουσουρούμ,  για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ», ενώ σκέφτομαι ότι σε κανένα σημείο του πλανήτη δεν αγκαλιάζει τόσο αρμονικά η Ανατολή τη Δύση, όσο στην περιοχή γύρω από το Μοναστηράκι. Δίχως φανφάρες, υστερίες, πατριωτικές κορώνες και αντισημιτικές χυδαιότητες συνυπάρχουν, χιλιάδες χρόνια τώρα, οι δωδεκαθεϊστές (η αρχαία Αγορά και η βιβλιοθήκη του Αδριανού), οι Μουσουλμάνοι (Τζαμί του Τσισδαράκη, σημερινό μουσείο Λαϊκής Τέχνης), οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι στην ίδια εκκλησία (την Παναγία Παντάνασσα) και οι Ιουδαίοι, γόνος των οποίων έδωσε το όνομα του στην περιοχή. Πρόκειται για την εβραϊκή οικογένεια του Νώε Γιουσουρούμ ή Γιεσουρούμ, που ήρθε το 1863 από τη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε στο Μοναστηράκι ως παλαιοπώλης μαζί με άλλες οικογένειες ομοθρήσκων του. Ήταν, μάλλον, ένας αξιαγάπητος άνθρωπος που οι Αθηναίοι τον συμπάθησαν και προς τιμήν του ονόμασαν ολόκληρη την περιοχή της πλατείας Αβησσυνίας**, ως Γιουσουρούμ. Κάποιος από την οικογένεια των Γιεσουρουμ είχε διατελέσει και πρώτος πρόεδρος του σωματείου παλαιοπωλών, που είχε ιδρυθεί το 1922. Η εβραϊκή λέξη είναι Γιεσουρούμ και σημαίνει «άνθρωπος του Γιαχβέ».
Σχετικά με τη λέξη Αβησσυνία (:Αιθιοπία), προέρχεται, μάλλον από κάποιους Αβησσύνιους (: Αιθίοπες) που κατοικούσαν εκεί ή, κατά μία πιο ρομαντική εκδοχή, επειδή εκεί μοιράστηκε, το 1922,  η ανθρωπιστική βοήθεια από την Αιθιοπία προς τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Έτσι, για να μην ξεχνάμε ότι όποιος δέχεται τον ανθρωπισμό, πρέπει και να τον ανταποδίδει.
Σε κάθε χώρα θα συναντήσετε περιοχές με πραγματική αγορά παλαιών αντικειμένων  (στο Λονδίνο: το portobello, στη Ρώμη: την porta Portese, στο Παρίσι: την Porte de Clignancourt). Δυστυχώς, σ΄εμάς ελάχιστα μαγαζιά της περιοχής του Γιουσουρούμ, σήμερα, μπορούν να θεωρηθούν παλαιοπωλεία. Τα περισσότερα είναι καταστήματα τουριστικών ειδών ή εξειδικευμένη (και φτηνή) αγορά ρουχισμού.
Πάντως,  όταν ακούτε τις λέξεις: Αρχαία Αγορά, βιβλιοθήκη του Αδριανού, Τζαμί Τσισδαράκη,  καθολική εκκλησία του Μπονεφάτση, Παναγία  Παντάνασσα, εβραίος Γιεσουρούμ, Αβησσυνία, Γύφτικη πόρτα του τείχους του Χασεκή, θα νομίζετε ότι όποιος τα είδε όλα αυτά, είναι, σίγουρα,  κοσμογυρισμένος. Στην πραγματικότητα, αυτός ο μυθικός κόσμος ανοίγεται μπροστά σας, καθώς βγαίνετε από τον Ηλεκτρικό Σταθμό  στο Μοναστηράκι. Αν δεν είναι κοσμοπολίτικη τούτη η πλατεία, τότε ποια είναι; Μήπως το νεοπλουτίστικο κιτσαριό των “ανοιχτών αγορών”;
* παντάνασσα (γεν. παντανάσσης). Η βασίλισσα των πάντων (προσωνύμιο της Θεοτόκου). Ετυμ.: παντ + άνασσα/άναξ. Στο αρσενικό απαντάται και παντάναξ: ο Θεός, ο άρχοντας των πάντων.
** Αβησσυνία < από την αραβ. λέξη habes (: μικτός, συρφετός πολλών εθνών). Γι αυτό, ως ξένη λέξη, σωστή και η ορθογρ. Αβισινία

Οι κατασχέσεις πολυτελών αυτοκινήτων επί Ι. Μεταξά


Προστέθηκε από
Ενώ στις ημέρες μας τα αυτοκίνητα πολυτελείας, λόγω οικονομικής κρίσης, ξεπουλιούνται σε τιμές που εντυπωσιάζουν, το 1937 κατάσχονταν από το κράτος προκειμένου οι ιδιοκτήτες τους να πληρώσουν τον ιδιαίτερο φόρο! Επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά τα πολυτελή αυτοκίνητα της εποχής υπάχθηκαν σε ειδική αυστηρότατη και υψηλή φορολογία. Ελλείψει όμως της απαραίτητης υποδομής η κρατική μηχανή δεν γνώριζε τον ακριβή αριθμό και τους ιδιοκτήτες τους. Έτσι, όταν αποφασίσθηκε η καταβολή ξεχωριστού φόρου στα πολυτελή αυτοκίνητα κλήθηκαν οι ιδιοκτήτες τους να προσέλθουν αυτοβούλως προκειμένου να τα δηλώσουν και να πληρώσουν αναλόγως.
Πέρασε όμως ένα εξάμηνο και οι ιδιοκτήτες δεν φαίνονταν πρόθυμοι να ανταποκριθούν στο κάλεσμα του Υπουργείου Οικονομικών, παρά τις αυστηρές προειδοποιήσεις. «Ελάχιστα αυτοκίνητα εδηλώθησαν, οι δε κάτοχοι των περισσοτέρων ηδιαφόρησαν τελείως προς τας φορολογικάς των υποχρεώσεις καίτοι κατά τεκμήριον πρόκειται περί ευπόρων πολιτών», ανέφερε η ανακοίνωση του Υπουργείου, η οποία έτασσε τελική προθεσμία το πρώτο 15νθήμερο του Σεπτεμβρίου 1937, «εξαντλούν πάσαν εν προκειμένω επιείκειαν». Ακολούθησε Υπουργική Απόφαση, η οποία βρίσκοντας έρεισμα σε παλαιότερο νόμο, έδινε εντολή για άμεση κατάσχεση των αυτοκινήτων των «δυστροπούντων φορολογουμένων».
Έτσι μια ωραία πρωία του Σεπτεμβρίου 1937 ξεχύθηκαν στους δρόμους άνδρες της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής αναζητώντας αυτοκίνητα πολυτελείας. Όπου τα εντόπιζαν τα σταματούσαν και ζητούσαν το αποδεικτικό καταβολής της φορολογίας. Εάν διαπίστωναν τα όργανα του νόμου πως δεν υπήρχε, κατέβαζαν τον οδηγό έπαιρναν το αυτοκίνητο και το στάθμευαν έξω από τα γραφεία της Γενικής Ασφάλειας, τα οποία τότε ήταν στην οδό Στουρνάρα. Εκεί, αφού συντασσόταν πρακτικό κατάσχεσης, φυλάσσονταν αυστηρά, μέχρις ότου οι ιδιοκτήτες προσκομίσουν το έντυπο του Υπουργείου Οικονομικών που πιστοποιούσε ότι είχαν καταβάλει την οφειλή τους.
http://mikros-romios.gr

“Εορταστικό τραπέζι στην Κατοχή…” Τι έτρωγαν οι Έλληνες στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής

Προστέθηκε από
Την εποχή που εξαφανίστηκαν οι γάτες και οι σκύλοι…
Του Νίκου Ιωάννου -  εκπαιδευτικού
Τα …γκουρμέ της Κατοχής Γαϊδουροκεφαλές  …φιλέτο, χόρτα γιαχνί και σαρδέλες για δώρο
Τέτοιο καιρό, πριν από 70 περίπου χρόνια, τον Απρίλη του 1941, οι Γερμανοί έμπαιναν στην Αθήνα (27 Απρίλη) και ξεκινούσε για την Ελλάδα η κατοχή. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, τα τρόφιμα εξαφανίζονται,  η πείνα γίνεται μόνιμος σύντροφος του ελληνικού πληθυσμού με αποτέλεσμα περίπου 40.000 συμπατριώτες μας να χάσουν τη ζωή τους το χειμώνα του ΄41 – ΄42.

Γιατί τα θυμηθήκαμε όλα αυτά;
Τα φαγητά που έτρωγε ο κόσµος στη γερµανοκρατούµενη Αθήνα, οι «Συνταγές της… πείνας» (εκδόσεις Οξυγόνο 2011), είναι το αντικείµενο πρωτότυπης ιστορικής έρευνας της γνωστής ιστορικού Ελένης Νικολαΐδου*, που αναδεικνύει ανάγλυφα ιστορίες καθηµερινής τρέλας στην κατεχόµενη πόλη.

Στα χρόνια της Κατοχής, τα χόρτα ήταν στο επίκεντρο των συνταγών στα αλµυρά φαγητά και η σταφίδα στα γλυκά
«Παίρνετε τις ντοµάτες, αν τις βρείτε, τις λειώνετε, τις βράζετε και µετά ρίχνετε τις ελιές: 5 µε 6 ελιές για κάθε άτοµο της οικογένειας. Να µια νόστιµη σούπα που δεν την είχατε σκεφτεί πριν». Τέτοιου τύπου συµβουλές έδιναν καθηµερινά οι εφηµερίδες της Κατοχής, καθώς οι ελλείψεις προϊόντων, οι αστρονοµικές τιµές, η µαύρη αγορά έκαναν την επιβίωση δύσκολη και έφερναν την ασιτία προ των πυλών.

Αν σε κάποιον είχε περισσέψει από το µεσηµέρι ένα πιάτο φασολάκια γιαχνί, ο περίφηµος Νίκος Τσελεµεντές στη στήλη του σε εφηµερίδα πρότεινε: «Ψιλοκόψτε το περίσσευµα, ρίξτε το στην κατσαρόλα, ρίξτε και αρκετό νερό, βάλτε και µερικές ελιές και έτοιµη η σούπα». Στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνά της µε τίτλο «Οι συνταγές της… πείνας», η ιστορικός Ελένη Νικολαΐδου παρουσιάζει όλες τις λεπτοµέρειες της δύσκολης καθηµερινότητας του Αθηναίου στην Κατοχή µαζί µε περισσότερες από εβδοµήντα σελίδες µε τις συνταγές που χρησιµοποιούσαν τότε οι άνθρωποι για να στρώνουν ένα τραπέζι, έστω και εκ των ενόντων. Φασολάκια χωρίς φασόλια, µουσταλευριά χωρίς… µούστο, βλίτα ογκρατέν, βλιτοκεφτέδες, βιεννέζικο «νόκερλ» από πατάτες, λάχανο µε κάστανα, µελιτζάνεςµε πουρέ πατάτας, κολοκύθια γεµιστά µε τραχανά, σπανακοπίλαφο, σέσκουλα πουρέ, κυδωνόπαστο, µαρµελάδα πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη, τσάι πορτοκαλιού.
Τα χόρτα ήταν στο επίκεντρο των συνταγών στα αλµυρά και η σταφίδα στα γλυκά. Η σταφίδα άλλωστε, λόγω της µεγάλης θερµιδικής της αξίας, έσωσε κόσµο στην Κατοχή.
Επιπλέον, όλα αυτά είχαν όνοµα και µάλιστα ευφάνταστο: λέγονταν «πολεµικά εδέσµατα».
Μπορεί και να τα… ξαναχρειαστούµε, λέει µεταξύ σοβαρού και αστείου η συγγραφέας Ελένη Νικολαΐδου που, εκτός από το ότι συµβουλεύτηκε µια εκτενή βιβλιογραφία, αποδελτίωσε τρεις εφηµερίδες της εποχής: τα «Αθηναϊκά Νέα», την «Καθηµερινή» και τη «Βραδυνή». Ενώ ταυτόχρονα κατέγραψε και το βασικό χρονολόγιο της κατοχικής Αθήνας µε τις διαδικασίες παράδοσης της πόλης, τις τρεις κυβερνήσεις (Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου, Ράλλη) της περιόδου αυτής, τις πρώτες απεργίες των δηµοσίων υπαλλήλων, τις πρώτες αντιστασιακές ενέργειες, τις µαζικές εκτελέσεις. Το αποτέλεσµα είναι εντυπωσιακό. Διαβάζοντας µαθαίνουµε λ.χ. ότι παγωτά και πάστες φτιάχνονταν από σταφιδίνη. Και ότι είδος µεγάλης κατανάλωσης ήταν η σταφιδόπαστα που φτιάχνεται από µαύρες σταφίδες και μοιάζει µε κέικ.
Διαβάζουµε ότι στα περισσότερα εξοχικά κέντρα οι πελάτες τότε προσέρχονταν µε τα φαγητά τους. Και ότι δεν ήταν λίγα τα εξοχικά κέντρα που νοίκιαζαν τα καθίσµατά τους µε µοναδική υποχρέωση του πελάτη να πάρει ένα ποτήρι κρύο νερό.

Στα Χαυτεία υπήρχαν ζαχαροπλαστεία που πωλούσαν γλυκίσµατα ακατάλληλα προς βρώση, κατασκευασµένα µε τσουένι (ρίζα κέθρου) και άλλες επιβλαβείς ουσίες. Το σαπούνι ήταν σπάνιο. Κάποιοι αετονύχηδες πωλούσαν νέο είδος σαπουνιού που, αν το χρησιµοποιούσες, κατέστρεφες τα ρούχα σου ή βρώµιζες το σώµα σου χειρότερα από πριν.
Οι γάµοι γίνονταν µε µαύρα κουφέτα! Επειδή τα κουφέτα ήταν πανάκριβα και δυσεύρετα, έφτιαχναν κουφέτα από καμένη ζάχαρη.
Ως νόστιµο χειµωνιάτικο φρούτο οι άνθρωποι κατανάλωναν κούµαρα. Τα κούµαρα έχουν γλυκιά γεύση, αλλά είναι γεµάτα µε σκληρούς σπόρους και πρέπει να τρώγονται σε µια συγκεκριµένη φάση ωρίµανσης, ενώ δεν αντέχουν σχεδόν καθόλου µετά τη συγκομιδή.
Οι τιµές των βιβλίων δεκαπλασιάστηκαν µέσα στους πρώτους µήνες του 1942. Κι επειδή από τους πρώτους ήδη µήνες της Κατοχής είχαν επιταχθεί τα αυτοκίνητα, η βενζίνη είχε έλλειψη και τα µέσα µεταφοράς σπάνιζαν, οι Αθηναίοι διένυαν τις περισσότερες αποστάσεις µε τα πόδια. Τα γαϊδούρια έγιναν της µόδας, αλλά ένα γαϊδουράκι κόστιζε όσο κόστιζε προπολεµικά µια µοτοσυκλέτα. Αργότερα τα έσφαζαν κι αυτά για το κρέας τους.
Σαρδέλες για δώρο
Στις γιορτές, οι Αθηναίοι συνέχιζαν να ανταλλάσσουν επισκέψεις, αλλά για δώρα έδιναν τρόφιµα. Τα καταστήµατα πλάσαραν στις βιτρίνες ως καλύτερα δώρα µεγάλες στολισµένες σακούλες που περιείχαν δύο κοµµάτια µαντολάτο, δύο κοµµάτια παστέλι, πενήντα φιστίκια, πενήντα αµύγδαλα κ.ο.κ. Οι βασιλόπιτες από χαρουπάλευρο και σταφίδες κόστιζαν µια περιουσία. Τα Χριστούγεννα του 1941 ένα µαγαζί πωλούσε για πρωτοχρονιάτικο δώρο παστές σαρδέλες. Ο καθένας πωλούσε ό,τι µπορούσε. Κατάστηµα που προπολεµικά πωλούσε µόνο ηλεκτρικά είδη τώρα δίπλα στην ηλεκτρική συσκευή είχε ένα µικρό, πανάκριβο γλυκό,50 δραχµές το κοµµάτι. Και τα γνωστά ανθοπωλεία της Βασιλίσσης Σοφίας στη Βουλή πουλούσαν επίσης µελιτζάνες, κολοκυθάκια και παντζάρια…

Γάτες και σκύλοι
Τον πρώτο χειµώνα της Κατοχής εξαφανίστηκαν από την Αθήνα γάτες και σκύλοι για ευνόητους λόγους. Η Αστυνοµία συνέλαβε κάποιον που προσπαθούσε να πουλήσει σκύλο ράτσας «λουλού» ως αρνάκι γάλακτος. Αλλος συνελήφθη να πουλάει κοκκινιστές γάτες στην κατσαρόλα, ενώ µια γάτα ήταν γδαρµένη και την πωλούσε για κουνέλι. Σε µια συνοικία της Αθήνας, τον Ασύρµατο, µια γυναίκα έσφαζε σκυλιά, τα µαγείρευε και τα πουλούσε ως φαγητό. Οταν πιάστηκε, είχε µαγειρέψει έναν σκύλο µε κολοκυθάκια. Το σκληρό κρέας είχε βάλει σε υποψίες έναν πελάτη που µασούσε το κρέας και δεν µπορούσε να το καταπιεί.

Σύμφωνα με την Ελένη Νικολαΐδου το Μάρτιο του 1942 συνελήφθη κάποιος που είχε µαζί του τρεις γαϊδουροκεφαλές και τις πήγαινε σε εστιατόριο. Ο εν λόγω πολίτης έσφαζε συστηµατικά γαϊδούρια και τα καλύτερα κοµµάτια των ζώων τα πωλούσε σε πολυκατοικίες του Κολωνακίου ως… µοσχαρίσια φιλέτα. Τα λιγότερο καλά τα πήγαινε σε άλλες συνοικίες. Στην Καισαριανή διέθεταν κατά σύστηµα το κοινό αλογίσιο κρέας, το οποίο γινόταν ανάρπαστο. Ο Τύπος, µάλιστα, δεν δίστασε να επιδοκιµάσει την πρακτική: «Σ’ όλον τον κόσµον τρώγεται τοάλογον. Και εφ’ όσον έχει επιστηµονικώς διαπιστωθεί ότι είναι κατάλληλον προς βρώσιν είναι ακατανόητον, µε τας σηµερινάς µάλιστα δυσχερείας, να το κρατάµε µακριά από τις κουζίνες µας». www.edugate.gr



* Η Ελένη Νικολαΐδου είναι εκπαιδευτικός, μέλος του συντονιστικού οργάνου διαχείρισης του Εκπαιδευτικού Δικτύου Ενημέρωσης alfavita (www.alfavita.gr) και συγγραφέας επιστημονικών βιβλίων.
Άρθρο της κ Νικολαΐδου στα 24γραμματα είναι και κλικ εδώ
Ελένη Νικολαΐδου, «Οι συνταγές της… πείνας. Η ζωή στην Αθήνα την περίοδο της Κατοχής», Εκδ. Οξυγόνο, σελ. 200, τιµή: 14,40 ευρώ

Οικονομικές συμπεριφορές στην Αθήνα της κατοχής

Προστέθηκε από
24grammata.com/ ιστορία/ οικονομία
γράφει η Ευγενία Μπουρνόβα, Ιστορικός
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η ανακοίνωση αυτή εγγράφεται σε ένα ευρύτερο ερευνητικό πρόγραμμα που διευθύνω με θέμα την οικονομική και κοινωνική ιστορία της σύγχρονης Αθήνας, 1834-1950. Η προβληματική της έρευνας είναι αυτή της κοινωνικής ιστορίας και η μεθοδολογία που ακολουθείται είναι αυτή της ιστορίας των πόλεων όπως τη γνωρίζουμε από τη γαλλική ιστορική σχολή.
Ο πρώτος χρόνος της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε μια περίοδο που προσομοιάζει με μια οικονομική κρίση ancient regim e. Η γενική θνησιμότητα της Περιφέρειας ∆ιοικήσεως Πρωτευούσης το 1941 (25‰) διπλασιάστηκε σε σχέση με αυτή του 1940 (13‰) και υπερτριπλασιάστηκε το 1942 (41‰). Η μεγάλη αυτή θνησιμότητα οφείλεται κυρίως στην πείνα που ξέσπασε το φθινόπωρο του 1941 και το χειμώνα του 1942. Η πείνα αυτή οφειλόταν αφενός σε δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγροτικής οικονομίας (η χώρα κάλυπτε τις μισές περίπου ανάγκες σε δημητριακά από εισαγωγές), στη συγκυρία της κακής σοδειάς αγροτικών προϊόντων το 1941 και της επίταξης των μεταφορικών μέσων από τις δυνάμεις κατοχής και στην ύπαρξη του συμμαχικού αποκλεισμού. Παράλληλα η πολιτική της απαλλοτρίωσης και της λεηλασίας που εφάρμοσαν τα στρατεύματα κατοχής οδήγησαν τους παραγωγούς στην απόσυρση των όποιων αποθεμάτων τους και στην μεγάλη άνοδο των τιμών των προϊόντων διατροφής σε βαθμό δυσπρόσιτο για τις φτωχιές οικογένειες.
Θάνατοι από πείνα
Την ακραία κατάληξη της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1941 με τους θανάτους από πείνα προσπάθησα να μελετήσω στο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αρχειοτάξιο τχ. 7: το κεντρικό αρχειακό υλικό που χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτό ήταν οι ληξιαρχικές πράξεις τόσο του ∆ήμου Αθηναίων όσο και όλων των άλλων 41 δήμων που συγκροτούσαν την Περιφέρεια ∆ιοικήσεως Πρωτευούσης και συγκέντρωνε το 1940 1.215.000 περίπου κατοίκους. Τα πρώτα θύματα της πείνας υπήρξαν οι άρρωστοι σε νοσοκομεία και σανατόρια αφού τα ιδρύματα στερούμενα των αναγκαίων τροφίμων δεν μπορούσαν να προσφύγουν στην μαύρη αγορά. Στη συνέχεια τα θύματα είναι κυρίως οι άνδρες (70% των θανόντων) άνω των 50 ετών ενώ οι γυναίκες-θύματα είναι στην πλειονότητά τους πάνω από 60 ετών. Τα παιδιά αντιθέτως αντιστάθηκαν περισσότερο: σε απόλυτους αριθμούς υπερδιπλασιάστηκε (2,3 φορές) ο αριθμός των νεκρών σε σχέση με την προπολεμική περίοδο αλλά σε σχέση με τους θανάτους των ανδρών που πολλαπλασιάστηκαν επί 5,4 ή ακόμα και των γυναικών που πολλαπλασιάστηκαν επί 2,6, μάλλον κατάφεραν να προστατευτούν καλύτερα. Φαίνεται λοιπόν ότι ο έλληνας οικογενειάρχης «πρότεινε τα στήθη για να σώσει την οικογένειά του και έπεσε πρώτος». Ακολούθησαν οι γέροντες (4 στους 5 νεκρούς από πείνα είναι άνδρες), οι ηλικιωμένες μητέρες (3 στους 4 είναι άνδρες και γυναίκες πάνω από 50 ετών) και τελευταίο το παιδί.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΘΑΝΟΝΤΩΝ ΑΠΟ ΠΕΙΝΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
∆ΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ: ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΘΑΝΟΝΤΩΝ
ΟΚΤ 1941 – ΙΑΝ 1942

Πηγή: Ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του ∆ήμου Αθηναίων
Παρότι αγνοούμε ακόμη τη γεωγραφική προέλευση των κατοίκων της πρωτεύουσας, είναι μάλλον βέβαιο ότι οι πρόσφυγες πλήρωσαν δυσανάλογα βαριά την πείνα στην Κατοχή (20%) αφού αντιπροσώπευαν λιγότερο από το 5%1 των κατοίκων του δήμου. Φαίνεται λοιπόν ότι το θανατικό χτύπησε περισσότερο αυτούς που δεν είχαν δυνατότητα σύνδεσης με τον αγροτικό χώρο.
Σ’ ό,τι αφορά την κοινωνικο-επαγγελματική σύνθεση αυτών που πέθαναν από πείνα το 43% είναι άνθρωποι μεροκαματιάρηδες (φέρουν απλώς την ένδειξη «εργάτης»2 ή προσδιορίζεται ότι απασχολούνταν στην καθαριότητα, στις µεταφορές και στις οικοδοµές). Οι τεχνίτες αντιπροσωπεύουν έναν στους τέσσερις (26,5%), ενώ οι πλανόδιοι µικρέµποροι το 7%.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ποσοστό 8% των συνταξιούχων, δηµοσίων και δηµοτικών υπαλλήλων και στρατιωτικών, το 2% των ελεύθερων επαγγελµατιών, καθώς και των γεωργών-κηπουρών (2,5%).
∆ύσκολο να ερµηνευτεί επίσης το µικρό ποσοστό των ιδιωτικών υπαλλήλων (6%), που αναµενόταν υψηλότερο, µια και η πρωτεύουσα ασφαλώς διέθετε µεγάλο αριθµό εµπορικών καταστηµάτων, τα οποία, σύµφωνα µε τις διαθέσιµες µαρτυρίες, είχαν υποστεί µεγάλο πλήγµα, και πολλά αναγκάστηκαν να κλείσουν. Ωστόσο εντύπωση προκαλεί ότι οι µαγαζάτορες έµποροι που πέθαναν από πείνα αντιστοιχούν στο 4%! Πάντως, το καλοκαίρι του 1942 υπήρχαν στην περιοχή Αθηνών 1.213 παντοπώλες που εξασφάλιζαν τη διανοµή των τροφίµων µε δελτίο του Ερυθρού Σταυρού σε 750.000 άτοµα3, ενώ στο κέντρο µόνο της πόλης υπήρχαν 213 παντοπωλεία, που το καθένα εξυπηρετούσε 912 άτοµα. Φαίνεται ότι το πρόβληµα αφορούσε µάλλον τα άλλα εµπορικά καταστήµατα.
Η σύγκριση ανάµεσα στην κατανοµή των επαγγελµάτων, όπως προκύπτουν από τους γάµους των τριών προπολεµικών ετών και των θανόντων από πείνα στην Κατοχή, επιβεβαιώνει καταρχήν ότι οι εργάτες χτυπήθηκαν περισσότερο απ’ όλους από την πείνα, αφού είχαν τρεις φορές περισσότερα θύµατα αναλογικά µε το ποσοστό τους στην αθηναϊκή κοινωνία, όπως και οι µικρέµποροι-πλανόδιοι, οι εργαζόµενοι στις οικοδοµές και στην καθαριότητα. Οι τεχνίτες, που ήταν η πιο πολυπληθής κατηγορία µετά τους εργάτες, τελικά πέθαναν σχεδόν στο ίδιο ποσοστό όπως και προπολεµικά. Το γεγονός ότι οι ιδιωτικοί υπάλληλοι φαίνεται να χτυπήθηκαν λιγότερο και από τους δηµοσίους υπαλλήλους οφείλεται πιθανόν στο µεγάλο ποσοστό των θανόντων που δηλώθηκαν ως άνεργοι και που ίσως ανάµεσά τους να βρίσκονταν απολυµένοι ιδιωτικοί υπάλληλοι. Πόσο µακριά από την πραγµατικότητα βρισκόταν ο Σπύρος Μελάς, όταν έγραφε στην Καθηµερινή στις 17 ∆εκεµβρίου 1941:
Ο στραγαλατζής, ο λούστρος, οιοσδήποτε πτωχός βιοπαλαιστής, την περνάνε κοτσάνι µε τα λαϊκά συσσίτια. Τρώνε το λάδι τους, τις ελιές τους, τη λακέρδα τους, το ρύζι τους, τα φασόλια τους, τα ρεβύθια τους, τα κρεµµύδια τους. Και µερίδα γενναία, µε τη µεγαλοκουτάλα γεµάτη και πληρώνουν σχεδόν ένα τίποτα. Και τα µάγουλά τους φουσκώνουν από την καλοπέραση! [...].
Οι δημόσιοι συνταξιούχοι όμως; Αυτούς δεν δέχονται να τους εγγράφουν στα λαϊκά συσσίτια, επειδή παίρνουνε σύνταξι από 150 έως 200 δραχμές καθαρές την ημέρα! Επειδή μ’ άλλα λόγια, είναι… πλούσιοι! Οι διανοούμενοι αυτοί, εργένηδες πολλάκις, πρώην καθηγηταί, οικονομικοί έφοροι, δικασταί, τηλεγραφικοί κ.λπ ας ψοφήσουν! Τα μάγουλά τους αυτών μπήκανε μάλλον μέσα, τα μάτια τους επίσης, έγιναν ίσκιοι ανεμόσαρκοι, στράγγισαν και στραγγίζουν όσο πάνε -και να φέρνουν και μεγάλα ονόματα στην πλάτη τους μερικοί- γιατί δε βρίσκουν στα εστιατόρια και στα πρώτα μάλιστα, παρά λίγες πηρουνιές λάχανο χωρίς λάδι τις πιο πολλές φορές, κουνουπίδι, λαχανίδες και στη χάσι και στη φέξι κρέας, κόκκαλο, ούτε αντέχουν οικονομικώς να τρώνε στα λεγόμενα εστιατόρια πολυτελείας φασόλια προς 100 δραχμές, κρέας προς 300 και μεριδίτσα μικροσκοπική, που αντί να γεμίζουν το στομάχι γεμίζουν μόνο την τσέπη των επιχειρηματιών πεντακοσάρικα! Τέτοια τραπεζώματα μιας εβδομάδας και πάει η σύνταξις. Κι’ ως που νάρθη η ευλογημένη ημερομηνία να την ξαναπάρουν τρώνε αέρα κοπανιστό.
Κι’ έτσι αρχίζουν να πουλάνε –μάλιστα, κύριε, να ξεκάνουν!- το σεντόνι τους, το καπέλλο τους, το χρειαζούμενο τριμμένο σακκάκι τους, το παληό τους πανταλόνι και αυτό το πουκάμισό τους! […]
Όσο και αν δεν θέλει να δει την πραγματικότητα του λιμού στα λαϊκά στρώματα, αναδεικνύει την τραγική κατάσταση στην οποία περιήλθαν τόσο οι συνταξιούχοι όσο και οι μισθωτοί της πρωτεύουσας· «[…] ο δημόσιος υπάλληλος, ο ιδιωτικός υπάλληλος, ο μικροεπαγγελματίας, ο δικηγόρος, ο συνταξιούχος του δημοσίου και ο μικρός επιχειρηματίας […] στην ουσία πεθαίνουν της πείνας» δηλώνει μια κατασκοπευτική πηγή4 δύο χρόνια αργότερα.
Τα συσσίτια άρχισαν να λειτουργούν κανονικά από το καλοκαίρι του 1942. Πάντως, μέχρι και τον Ιανουάριο η συνεισφορά τους ήταν μάλλον μικρή: το καθημερινό γεύμα που προσφερόταν στα λαϊκά συσσίτια δεν περιείχε παρά το 1/3 των απαιτούμενων θερμίδων για την επιβίωση ενός ανθρώπου.
Ο ρόλος του Ερυθρού Σταυρού έγινε αποφασιστικός στην επίλυση του επισιτιστικού προβλήματος μόνο από το καλοκαίρι του 1942 όταν έγινε άρση του αποκλεισμού και έφτασαν σημαντικές ποσότητες τροφίμων για διανομή.
Οι θάνατοι από πείνα στην Κατοχή προσιδιάζουν στις οικονομικές κρίσεις παλαιού τύπου με όλα τους τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα: κακή σοδειά λόγω πολέμου, έλλειψη μεταφορικών μέσων, έλλειψη αποθεμάτων, αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης, εξασθένηση των οργανισμών, θάνατοι από πείνα. Μόνο που όλα αυτά συνέβησαν στον αστικό χώρο και μάλιστα στον 20ό αιώνα.
Ένας οικογενειακός προϋπολογισμός δημοσίων υπαλλήλων στην κατοχή
Στο άρθρο «Προπολεμική διαβίωση και κατοχική επιβίωση: Ιστορία καθημερινής ζωής» που δημοσιεύθηκε από κοινού με τον Σταύρο Θωμαδάκη στο περιοδικό Ιστορικά τχ. 41 προσπαθήσαμε με αφορμή το κατάστιχο που κρατούσε ένας δάσκαλος στην Αθήνα από το 1940 έως το 1945, καταγράφοντας όλα τα έσοδα και τα έξοδα του νοικοκυριού του (και η σύζυγός του ήταν επίσης δασκάλα), να αναλύσουμε και να ερμηνεύσουμε τις αλλαγές που επήλθαν στην οικονομική και
κοινωνική ζωή από την προκατοχική στην κατοχική περίοδο, στην πρωτεύουσα και ειδικότερα στο στρώμα των μισθωτών του δημοσίου. Η επίδραση του πληθωρισμού, ο ρόλος του δελτίου και της μαύρης αγοράς, η σχέση πληθωρισμού τροφίμων και πληθωρισμού μισθών, αποτελούν ζητήματα των οποίων το μέγεθος και η σημασία μπόρεσαν να ελεγχθούν με τη μελέτη του συγκεκριμένου κατάστιχου. Η μελέτη αυτού του παραδείγματος – χωρίς να το θεωρούμε αντιπροσωπευτικό της αθηναϊκής κοινωνίας αφού αφορά ένα νοικοκυριό μισθωτών πράγμα μάλλον μη σύνηθες στην προπολεμική πρωτεύουσα – μας επέτρεψε να αναδείξουμε τους μηχανισμούς μέσω των οποίων πραγματοποιήθηκε μια μετάβαση: από το υπόδειγμα προπολεμικής διαβίωσης σε μια ανεξάρτητη οικονομία, στον αγώνα για επιβίωση σε μια κατεχόμενη οικονομία. Επιχειρήσαμε λοιπόν να διαγράψουμε τις στρατηγικές καθημερινής επιβίωσης και τις δυνατότητες προσαρμογής μπροστά σε μια απότομη χειροτέρευση των συνθηκών ζωής.
Μέσα στο κλίμα της «αποδιοργανωμένης» οικονομίας της κατοχής ένας τόσο καλά «οργανωμένος» οικογενειακός προϋπολογισμός αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για την επιβίωση και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο επιτρέπει την καλύτερη μελέτη της εποχής. Καταληκτικά φαίνεται πως το νοικοκυριό των δύο δασκάλων-δημοσίων υπαλλήλων κατάφερε απλώς να επιβιώσει το δύσκολο χειμώνα του 1941-42 και βελτίωσε τις συνθήκες ζωής του μόνο μετά την άφιξη των τροφίμων το φθινόπωρο του 1942 με την κανονική λειτουργία των συσσιτίων και των συνεταιρισμών. Γίνεται λοιπόν προφανές ότι όσα νοικοκυριά δεν διέθεταν ούτε το εισόδημα του νοικοκυριού που εξετάσαμε ούτε είχαν πρόσβαση στον αγροτικό χώρο για την προμήθεια κάποιων απαραίτητων ειδών διατροφής έφταναν σε τέτοιο επίπεδο ανέχειας που γρήγορα ο έντονος υποσιτισμός απειλούσε τη ζωή των μελών του και πολλές φορές οδηγούσε στον θάνατο.

Πωλήσεις ακινήτων: μια μαζική απάντηση;
Η σημερινή παρουσίαση στοχεύει να αναδείξει τις στρατηγικές επιβίωσης στην αποδιαρθρωμένη κατοχική οικονομία των διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων της πρωτεύουσας και κυρίως αυτών που κατάφεραν να κερδίσουν τη μάχη με την πείνα ή την ανέχεια εκποιώντας πολλές φορές ακίνητα.

Το αρχειακό υλικό που χρησιμοποιείται γι’ αυτή τη παρουσίαση είναι κυρίως το Αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών που αφορά τις Κατοχικές Αποφάσεις για περίπου 10.000 αγωγές. Πρόκειται για τις υποθέσεις που εκδικάσθηκαν μετά από την υποβολή σχετικής αγωγής από άτομα που είχαν πωλήσει ακίνητα στη διάρκεια της κατοχής και βάσει του Α.Ν. 1323/1949 ζητούσαν να επανακτήσουν.
Ως προκύπτει εκ των διατάξεων του Α.Ν. 1323/49 ο πωλήσας κατά το από 1/8/1941 μέχρι 14 Αυγούστου 1944 χρονικόν διάστημα έν ή πλείονα ακίνητα ή ιδανικόν μερίδιον ακινήτου, των οποίων ετύγχανε κύριος προ της 28/4/1941 και το σύνολο της πραγματικής αξίας των οποίων προκειμένου περί αστικών ακινήτων κειμένων εις την περιφέρειαν του ∆ήμου Αθηναίων δεν υπερβαίνει το ποσόν των δραχμών 750.000, υπολογιζό μενον εις προπολεμικάς δραχμάς, εάν προσέτι εστερείτο κατά τον χρόνον της πωλήσεως στερείται δε και ήδη άλλης αξιολόγου περιουσίας, δικαιούται να ζητήση την ακύρωσιν της πωλήσεως επί επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος (αρθ Ι§Ι, 2§Ι) ως πραγματική αξία του ακινήτου νοείται η κατά το τελευταίον προ της 28/10/40 εξάμηνον αξία αυτού, εις προπολεμικάς δραχμάς, εξευρισκομένη βάσει της μέσης τιμής πωλήσεως, του χρονικού τούτου διαστήματος, άλλων ομοειδών και παρακειμένων ακινήτων και, εν ανυπαρξία τοιούτων πωλήσεων, δια κεφαλοποιήσεως του εισοδήματος
υπολογιζομένου προς 6% (αρθ 2§2). Το αξιόλογον της περιουσίας κρίνεται αναλόγως των τοπικών συνθηκών και των κοινωνικών και οικογενειακών συνθηκών του πωλητού (άρθρον 2§Ι, ΙΙ). Κηρυσσομένης ακύρου της πωλήσεως ακινήτου, ο πωλητής υπέρ ού χωρεί η ακύρωσις υποχρεούται όπως επιστρέψη εις τον, κατά την δημοσίευσιν του εφαρμοζομένου Νόμου, τελευταίον αγοραστήν το πραγματοποιηθέν τίμημα της κηρυσσομένης ακύρου πωλήσεως….Το επιστρεπτέον τίμημα τυγχάνει καταβλητέον εις τέσσαρας τετραμήνους δόσεις εντόκως προς 6% ετησίως από της τελεσιδικίας της αποφάσεως (άρθρον 3§4), υπολογίζεται εις σημερινάς δραχμάς κατ’ αναλογίαν προς την χρυσήν λίραν Αγγλίας, της τιμής ταύτης υπολογιζομένης, προκειμένου μεν περί του χρόνου καθ όν κατεβλήθη το τίμημα συμφώνως προς την υπ αριθ Π. 2578/24 εγκ. της 28/3/45 του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου δε προς τον χρόνον της καταβολής του επιστρεπτέου τιμήματος, επί τη βάσει της τρέχουσας τιμής της χρυσής λίρας εν τω χρηματιστηρίω Αθηνών κατά την ημέραν της πραγματοποιήσεως της πληρωμής, της προσδιοριζούσης το επιστρεπτέον τίμημα αποφάσεως λαμβανούσης υπ’ όψιν ως τρέχουσαν τιμήν της χρυσής λίρας την κατά την ημέραν της εκδόσεώς της τοιαύτην (άρθρον 16§6).
Συμπληρωματικά χρησιμοποιείται το αρχείο του συμβολαιογράφου Χρήστου ∆ημητρίου Μαγκαφά που δραστηριοποιείται την περίοδο 1930-1952 στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Σταδίου 43β, στο Μέγαρο ιδιοκτησίας του Ταμείου Υγιειονομικής, και του οποίου οι πράξεις κατανέμονται ως εξής:
ΕΤΟΣ  Αριθµός πράξεων
1931   118
1932  136
1933  109
1934  164
1935  153
1936  277
1937  352
1938  342
1939  191
1940  236
1941  193
1942  397
1943  146
1944  87
1945  151
1946  237
1947  363
1948  400
1949  471
1950  751
Τέλος για την παρουσίαση θα χρησιµοποιηθούν και ιδιωτικά αρχεία εσόδων-εξόδων της ίδιας περιόδου.
Η µελέτη του συνολικού αυτού αρχειακού υλικού µου επιτρέπει να σκιαγραφήσω τις µεταβολές στην οικονοµική συµπεριφορά των διαφόρων κοινωνικών στρωµάτων στη διάρκεια της κατοχής εφόσον στις συναλλαγές που προανέφερα εµπλέκονται άτοµα όλων των κοινωνικών οµάδων.
1.Σύµφωνα µε την απογραφή των προσφύγων του 1923, στην Αθήνα καταµετρήθηκαν 56.598 πρόσφυγες. Ξέρουµε πως στη συνέχεια υπήρξε έντονη γεωγραφική κινητικότητα, τουλάχιστον στο εσωτερικό των νοµών Αττικής και Βοιωτίας τα αµέσως επόµενα χρόνια, µε αποτέλεσµα τη δηµιουργία ουσιαστικά προσφυγικών δήµων και κοινοτήτων. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το 1940 ο δήµος είχε µερικές δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, δηλαδή καταλάµβαναν µόνο το 5% του πληθυσµού, ή και λιγότερο, αλλά το ποσοστό θα διευκρινιστεί στην πορεία της έρευνας που διεξάγω για την κοινωνική ιστορία της πρωτεύουσας.
2.Στο κοινό πρακτικό που συντάχθηκε στις 10 Ιουλίου 1943 ανάµεσα στο Εµπορικό και Βιοµηχανικό Επιµελητήριο Αθηνών και στο Σύνδεσµο Βιοµηχάνων διαβάζουµε: «Το
σύνολον των µισθωτών της Βιοµηχανίας, των εργατών δηλαδή και υπαλλήλων οίτινες συνδέονται µετά των εργοδοτών αυτών διά µη καταλυθείσης εισέτι σχέσεως εργασίας, ανέρχεται εις 110.000 περίπου διά τα κυριώτερα βιοµηχανικά κέντρα της Ελλάδος, εκ των απολαυών αυτών δε αποζώσι κατά τους µετριοτέρους υπολογισµούς 3-5 εισέτι άτοµα ήτοι κατά µέσον όρον 4. Εν συνόλω δηλαδή η εργατική τάξις, περί ης πρόκειται, αποτελείται εκ 440.000 περίπου ατόµων». Εµπορικόν και Βιοµηχανικόν Επιµελητήριον Αθηνών, Χρονικόν της εξαετίας 1941-1947, χ.χ., σελ. 93. 3.Αναλυτικότερα, στις συνοικίες: Αγορά, Πλάκα, Κολωνάκι, Βάθη και Μεταξουργείο υπήρχαν 213 παντοπώλες για 194.394 δελτία τροφίµων· στις συνοικίες: Κυψέλη, Αγ. Παντελεήµονας, Κολωνός, Πατήσια και Περιστέρι 297 παντοπώλες για 184.903 δελτία· στις συνοικίες: Πετράλωνα, Καλλιθέα, Παλ. Φάληρο, Κυνοσάργους, Ν. Σφαγεία, Ν. Σµύρνη υπήρχαν 409 παντοπώλες για 210.248 δελτία· στις συνοικίες: Νεάπολη, Παγκράτι, Αµπελόκηποι, Βύρωνας και Καισαριανή 297 παντοπώλες για 161.336 δελτία. Βλ. Έκθεσις επί της ενεργηθείσης 2ας διανοµής (100 δρ. ζυµαρικών και 100 δρ. φουντουκόψυχας κατ’ άτοµον) του Γενικού Επιθεωρητή του Ε.Σ. στην Αθήνα Γ. Σκανδάλη στις 29 Αυγούστου 1942, Αρχείο Ν. ∆έα, φάκελος 8.
4Αναφέρεται από τον Mark Mazowe r, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αθήνα 1994, σελ. 134.

Η πρώτη κινηματογραφική προβολή στην Αθήνα (1896)

Προστέθηκε από
24grammata.com/ κινηματογράφος
γράφει ο Σωτήρης Αθηναίος
Διαβάζω σε διάφορους, ανεπίσημους, δικτυακούς τόπους ότι στις πρώτες κινηματογραφικές προβολές στην Αθήνα ο κόσμος είχε εξαγριωθεί και ήθελε να σπάσει τα μηχανήματα του «διαβόλου». Πολλές φορές, η μυθολογία γίνεται Ιστορία. Τίποτα απ αυτά δεν έκαναν οι Αθηναίοι στα τέλη του 1800, όταν πρωτοείδαν κινηματογραφικές προβολές (ήταν αθώοι, αλλά όχι ηλίθιοι).
Η πρώτη κινηματογραφική παράσταση στην Αθήνα δόθηκε το Νοέμβριο του 1896 σε μια αίθουσα στην οδό Κολοκοτρώνη. Το κοινό ήταν, ήδη, ενημερωμένο για τη νέα τεχνολογία από τις εφημερίδες. Από το 1893 οι Αθηναϊκές εφημερίδες αναφέρουν τακτικότατα για τις δραστηριότητες του πολυτάλαντου Thomas Edison. Η νέα εφεύρεση δεν άργησε πολύ να έρθει στη χώρα μας (αντίθετα με την γκρίνια ορισμένων, που θεωρούν ότι η Ελλάδα ήταν πολύ πίσω σε όλα). Αρκεί να σκεφτητε ότι στις 15 Φεβρουαρίου 1896 οι Louis και Auguste Lumière  κατοχύρωσαν, επίσημα, την εφεύρεση τους (δέκα μήνες πριν την πρώτη προβολή στην Αθήνα).
Μυητής της νέας Τέχνης στην Αθήνα ήταν ο Αlexandre Promio (1868-1926), οπερατέρ και αντιπρόσωπος των Λουμιέρ, ο οποίος κατευθυνόταν προς την Κωνσταντινούπολη, για να διαδώσει τη νέα Τέχνη και σταμάτησε για ένα μήνα και στην Αθήνα. Ο Promio θεωρείται ως ο μυητής του κινηματογράφου και στην Ισπανία, το Μάιο του 1896.
Στην οδό Κολοκοτρώνη, λοιπόν, αναρτήθηκε η επιγραφή Cinematofotographe Edison (προσέξτε το αρχικό όνομα: κινηματοφωτόγραφος, όχι κινηματογράφος) και στις 29 Nοεμβρίου 1896 ξεκίνησαν οι προβολές για, περίπου, ένα μήνα. Κάθε μέρα δίνονταν 16 παραστάσεις (επρόκειτο για ταινίες μικρού μήκους) και το εισιτήριο ήταν 2,20 δρχ. (πανάκριβο εισιτήριο, αν αναλογιστείτε ότι ένα καλό μεροκάματο ήταν 4 δρχ).
Πάντως, η πρώτη ουσιαστική επένδυση στον κινηματογράφο θα αργήσει να έρθει. Βλέπετε, αμέσως μετά την πρώτη προβολή,το Ελληνικό Κράτος θα πτωχεύσει και στη συνέχεια θα μπούμε στις πολεμικές προετοιμασίες για τους Βαλκανικούς πολέμους καθώς και για τον πρώτο παγκόσμιο. Τελικά το 1913, δεκαέξι χρόνια μετά την πρώτη προβολή, κτίστηκε η πρώτη αίθουσα ειδικά κατασκευασμένη για κινηματογράφο το «Παλλάς», το οποίο αργότερα γκρεμίστηκε  και κτίστηκε (1923 – 1928) το επταώροφο Μέγαρο Εφεσίου (Σταδίου 28). Το μέγαρο Εφέσιου είναι ένα από τα πρώτα κτήρια, που κατασκευάστηκε με οπλισμένο σκυρόδεμα, “μπετόν”, (φαίνεται ότι εξ αρχής το τσιμέντο καταδίωκε τις αίθουσες σινεμά).
Την ίδια χρονιά άνοιξε το «Νέον», Πατησίων 8, ενώ πάντα το 1913 (οι Βαλκανικοί πόλεμοι δεν είχαν τελειώσει. Ο στρατός βρίσκεται στον πόλεμο, αλλά η Αθήνα …διασκεδάζει) θα λειτουργήσει και το Ροζικλαίρ, Πατησίων 12, (το όνομα του κινηματογράφου οφείλεται στις κόρες του ιδιοκτήτη: Ρόζα και Κλαίρη).

Προτείνουμε τα πρώτα βήματα για τη μύηση στην έβδομη Τέχνη

Προστέθηκε από



24grammata.com / κινηματογράφος
επιμέλεια Γιώργος Δαμιανός
50 ταινίες που δεν πρέπει να λείπουν από κανένα σπίτι
Στην εποχή που κάθε ηλεκτρονικός υπολογιστής “κατεβάζει” νυχθημερόν εκατοντάδες ταινίες- σκουπίδια (για πόσο ακόμα άραγε;), ο καλλιτεχνικός κινηματογράφος είναι παντελώς άγνωστος στο ευρύ κοινό. Αν βαρεθήκατε τις ταινίες με αίμα, σπέρμα και “κάποιος αγαπάει κάποια” και αν θεωρείτε πλεονέκτημα την άσκηση της αισθητικής και του πνεύματος είναι καιρός να ¨κατεβάσετε” και τα πραγματικά παυσίλυπα της 7ης Τέχνης. Από την άλλη είναι αδύνατον να κάνεις επιλογή στα έργα Τέχνης και να δημιουργείς μια λίστα με τις καλύτερες, κατά τη γνώμη σου, ταινίες. Το γεγονός ότι πρέπει να παρουσιάσεις 50 μόνο ταινίες από την ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου καθιστά τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Και σωστά πρέπει να είναι μικρός ο προτεινόμενος αριθμός αν επιθυμείς να είναι χρηστική τούτη η λίστα. Σκοπός των 24γραμμάτων δεν είναι να δώσουν τις 50 “καλλίτερες ταινίες” (φράση δίχως νόημα) αλλά να δώσουν την ευκαιρία ειδικά στη νέα γενιά να δουν τις δημιουργίες των μεγάλων του κινηματογράφου: Eisenstein, Chaplin, Rosellini, Bergman, Hitchcock, Welles, Pasollini, Kubrick, Allen, Demme και πολλών άλλων (και ας μας συγχωρήσουν όσοι, επίσης, μεγάλοι αφήσαμε απ έξω, όπως: Kitano, Dovzhenko, Riefenstahl και πολλοί άλλοι). Η επιλογή έγινε με κριτήριο το τι θα μπορούσε να δει ένα αμύητο κοινό στην πρώτη ουσιαστική επαφή του με την έβδομη Τέχνη. Η εύκολη δουλειά των περιοδικών είναι να ειρωνεύονται τα σκουπίδια ορισμένων τηλεοπτικών εκπομπών. Η δύσκολη δουλειά είναι να προτείνουν οτιδήποτε (ακόμα και αν είναι υποκειμενικό ή ελλιπές).
Τα 24γράμματα πάνε κινηματογράφο
Οι ταινίες για τη “βασική εκπαίδευση μας” στον κινηματογράφο (με αλφαβητική σειρά)
Ai no corrida (Nagisa Oshima, 1976) Η Αυτοκρατορία των Αισθήσεων All the President’s Men (Alan Jay Pakula) Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου
Amarcord
(Fererico Fellini, 1973) Θυμάμαι
America America (Elia Kazan, 1963) Αμέρικα, Αμέρικα Anaparastassi-αναπαράσταση- (Θεόδωρος Αγγελόπουλος, 1970) Apocalypse Now (Francis Ford Coppola, 1979) Αποκάλυψη Τώρα Battleship Potemkin (Sergei Eisenstein, 1925) Θωρηκτό Ποτέμκιν Blue Velvet (David Lynch, 1986) Μπλε Βελούδο Cinema Paradiso (Giuseppe Tornatore, 1988) Σινεμά ο Παράδεισος Citizen Kane (Orson Welles, 1941) Πολίτης Κέιν
City Lights
(Charles Chaplin, 1931) Τα Φώτα της Πόλης
Clockwork Orange (Stanley Kubrick, 1971) Το Κουρδιστό Πορτοκάλι Decameron (Pier Paolo Pasolini, 1971) Το Δεκαήμερο Germany Year Zero (Roberto Rossellini, 1948) Γερμανία, Έτος Μηδέν Hero (Zhang Yimou, 2002) Ο Ήρωας La Dolce Vita (Federico Fellini, 1960) Γλυκιά Ζωή The Bicycle Thief -Ladri di biciclette- (Vittorio de Sica, 1948) Κλέφτης Ποδηλάτων Le Cercle rouge (Jean-Pierre Melville, 1970) Ο Κόκκινος Κύκλος Lolita (Stanley Kubrick, 1962) Λολίτα) Modern Times (Charles Chaplin, 1936) Μοντέρνοι Καιροί Death in Venice (Morte a Venezia) (Luchino Visconti, 1971) Θάνατος στη Βενετία Oldboy (Park Chan-Wook, 2003) One Flew Over the Cuckoo’s Nest (Milos Forman, 1975) Στη Φωλιά του Κούκου Padre Padrone (Paolo & Vittorio Taviani,, 1977) Πατέρας Αφέντης Parsifal (Hans-Jurgen Syberberg, 1982) Πάρσιφαλ Radio Days (Woody Allen, 1987) Μέρες Ραδιοφώνου Repulsion (Roman Polanski, 1965) Αποστροφή Roma citta aperta (Roberto Rossellini, 1945) Ρώμη ανοχύρωτη πόλη Run Lola Run (Tom Tykwer, 1998) Τρέξε Λόλα, Τρέξε Solaris (Andrei Tarkovsky, 1972) Σολάρις Taxi Driver (Martin Scorsese, 1976) οΤαξιτζής That Obscure Object of Desire (Luis Bunuel, 1977) Το Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου The Bridge on the River Kwai (David Lean, 1957) Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι The Cotton Club (Francis Ford Coppola, 1984) Κόττον Κλαμπ The Deer Hunter (Michael Cimino, 1978) Ο Ελαφοκυνηγός The Elephant Man (David Lynch, 1980) Ο Άνθρωπος Ελέφαντας The Godfather (Francis Ford Coppola, 1972-74) Ο Νονός The Last Emperor (Bernardo Bertolucci, 1987) Ο Τελευταίος Αυτoκράτορας The Seventh Seal (Ingmar Bergman, 1957) Η Έβδομη Σφραγίδα The Silence of the Lambs (Jonathan Demme, 1991) Η Σιωπή των Αμνών The Six Sense (M. Night Shyamalan, 1999) Η Έκτη Αίσθηση The Wrong Many (Alfred Hitchcock, 1957) Δεκατρία Εγκλήματα Ζητούν Ένοχο Thiassos, ο Θίασος (Θεόδωρος Αγγελόπουλος, 1975) Three Days of the Condor (Sydney Pollack, 1975) Τρεις Μέρες του Κόνδορα Underground (Emir Kusturica, 1995) Vertigo (Alfred Hitchcock, 1958) Δεσμώτης Ιλίγγου
I Vitelloni (Federico Fellini, 1953)
Wild Strawberries (Ingmar Bergman, 1957) Άγριες Φράουλες Z (Κώστας Γαβράς, 1969)

Η πρώτη ελληνίδα ηθοποιός στην Αθήνα

Η πρώτη ελληνίδα ηθοποιός στην Αθήνα

Προστέθηκε από

24grammata.com / Θέατρο
γράφει ο Σωτήρης Αθηναίος
«…Τρέξατε, τρέξατε, απόψε στο θέατρο το ρόλο της γυναίκας θα παίξει αληθινή γυναίκα…», αυτή η άκρως «σοκαριστική» είδηση ακουγόταν από τον ντελάλη στους δρόμους της Αθήνας του 1840. Οι Νοικοκυραίοι σταυροκοπιόνταν και οι καθώς πρέπει κυρίες και δεσποινίδες έκλειναν τα αυτιά τους για να μην το ακούσουν. Την ίδια εποχή, περίπου, η Ιταλιδούλα ηθοποιός του μελοδράματος, Ρίτα Μπάσο, ξεσήκωνε το ανδρικό κοινό της Αθήνας. Η Μπάσο ήταν πρώτη γυναίκα που αντίκριζαν οι Αθηναίοι και άφηναν περιουσίες στα πόδια της (δες 24grammata.com “οι αγωνιστές του ’21 σαλιαρίζουν με τις θεατρίνες”). Αυτά είδε και απόειδε η Ηπειρωτοπούλα Αικατερίνη Παναγιώτου και τόλμησε να βγει στο σανίδι παρ όλη τα αυστηρά ήθη της εποχής της. Η Παναγιώτου είναι η πρώτη Ελληνίδα επαγγελματίας ηθοποιός. Πριν βγει στο θέατρο εργαζόταν ως κορδελιάστρα, αλλά το Νοέμβριο του 1840 πείστηκε από τη Φιλοδραματική Εταιρεία που ζητούσε «κοράσια κόσμια και ευειδή» για τις ανάγκες της παράστασης της πεντάπρακτης τραγωδίας «Αριστόδημος» του Ιταλού δραματουργού Μόντι (Vincenzo Monti 1754- 1828). Ο θεατρικός συγγραφέας και ιστορικός του θεάτρου Ν.Ι.Λάσκαρης (1868- 1945) αναφέρει ότι «…προς μεγάλην έκπληξιν των Αθηναίων, οίτινες μόλις έμαθαν ότι θα εμφανισθεί γυνή ηθοποιός, κατέκλυσαν το θέατρον, το οποίο παρ ολίγον να καταρρεύσσει εκ της συρροής». Η Παναγιώτου εργάστηκε μόνο τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός και στη συνέχεια αποχώρησε απογοητευμένη. Πάντως ως πρωταγωνίστρια της «Εταιρείας του εν Αθήναις Θεάτρου» πληρωνόταν με το αστρονομικό ποσό των 50 δραχμών μηνιαίως. Ίσως γι αυτό,  μόλις το 1842 εμφανίστηκε η δεύτερη επαγγελματίας ηθοποιός, η Αθηνά Φαρμάκη και στη συνέχεια ακολούθησαν η Μαριγώ Δευτερίδη και η Μαριγώ Δομεστίνη (το όνομα Μαριγώ ήταν, την εποχή εκείνη,  η πιο μοντέρνα εκδοχή του ονόματος Μαρία). Πάντως για την Ιστορία είναι καλό να αναφερθεί ότι πριν την Παναγιώτου, καταγράφεται η Αικατερίνη Βιαγκίνη ( 1817) στη Ζάκυνθο και αρκετές κυρίες και δεσποινίδες στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Αυτές, όμως, οι γυναίκες συμμετείχαν σε ερασιτεχνική παράσταση, όταν ακόμα ελληνικό κράτος δεν υπήρχε. Το 1833  αναφέρονται σε ερασιτεχνικό θίασο στη Λευκάδα η Ακριβούλα Σταύρου και η Αικατερίνη Καμπατσίνη