ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Η ΟΥΠΠΠΑ ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ

Η ΟΥΠΠΠΑ ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ

Θυμάμαι ένα μικρό όμορφο κοριτσάκι πο είχε τα πιο φωτεινά μάτια που έχω δει ποτέ. Με ένα όμορφο λουλουδιαστό φορεματάκι από εκείνα με τη γαζωμένη στα πλάγια ομοιόχρωμη και ομοϋφάσματη ! ! ζώνη, που έδενε σε ένα καλοφτιαγμένο φιόγκο πίσω στη μέση της. Στο χωματόδρομο μπροστά στο σπίτι της είχε αρχίσει το παιχνίδι. Ανέβαινα κι εγώ απ την Πανόρμου. Για να παίξουμε και μαζί της και με άλλα παιδιά. Στη γειτονιά. Γιατί ήταν γειτονιά με όλα τα καλά που έχει μια γειτονιά. Μπορεί να έπαιζε κουτσό μπορεί κάτι άλλο. Μήλα ας πούμε... μηλαρόνια. Το μάτι της μάνας της άγρυπνο. Μην πέσει μη χτυπήσει. Και κοίταγε κι εμάς μη φάμε τα γόνατα μας. Παίζαμε και ιδρώναμε. Και κοκκίνιζαν τα μάγουλα μας και έτρεχε η μύτη μας, έσταζε σταγόνες κι όλο τη ρουφάγαμε σαν μυξιάρικα. Το ίδιο κι ο ιδρώτας πάνω στα άτριχα μάγουλα μας σε αυλάκι απ τα πλάγια των αυτιών μας. Ξεχνιόμασταν.Τι να σκεφτούμε άλλωστε. Και κάποια στιγμή έβλεπα στη γωνία τη μάνα μου. Εδω είσαι και σε ψάχνω; Που να πάω; Nα παίξω ήρθα. Με άφηνε να συνεχίσω.Τι να φοβηθεί. Και ποιόν; Είχε εντοπισθεί το στίγμα μου. Και οι μανάδες οι άλλες ήταν εκεί φρουροί ακοίμητοι.Aρα ανησυχία μηδέν. Στο χωματόδρομο κάναμε τα όνειρα μας στα διαλείματα των παιχνιδιών. Όταν εξουθενωμένοι καθόμασταν στα σκαλιά μιας εξώπορτας ή μπαίναμε σε μια αυλή να πιούμε νερό με τη χούφτα απ τη βρύση. Ανέμελοι, ελεύθεροι, απροβλημάτιστοι. Και μόλις μεσημέριαζε έβγαινε η μάνα της στην εξώπορτα. Γύρναγε η μικρούλα και την κοίταγε ερωτηματικά γιατί ήξερε το κρίσιμο ερώτημα. Τι θα φάς κορίτσι μου; Kι έχω τώρα την εντύπωση ότι επίτηδες ρώταγε η μάνα της γιατί ήξερε ότι με την κλασσική της προφορά και το στυλ της εκείνο το στυλ το ανάμικτο πείσμα και εκνευρισμό θα της απαντούσε μια συγκεκριμένη απάντηση που έφερνε γέλια. Μόλις την ρώταγε λοιπόν, γύρναγε προς το μέρος της σήκωνε το κεφάλι ψηλά, κοίταζε με ένα διαπεραστικό βλέμμα έβαζε τα χέρια στην μέση κι απαντούσε δυνατά και καθαρά και με παρατεταμένο το π Ουππππππππππα. Και να τα γέλια με τη σούπα της Μάρως, ή μάλλον την ούπππππππππππππα της. Τη βλέπω την εικόνα τώρα καθαρή και διαυγή. Όχι σαν όνειρο. Σαν να ήταν μόλις χτες.

Χριστούγεννα έρχονται Το στόλισμα έχει αρχίσει εδω και 20 μέρες. Φώτα φώτα γιρλάντες παντού. Κι ένα δέντρο πελώριο γεμάτο. Τότε βαμβάκι πάχνη ψωραλέες γιρλάντες μια κάρτα φάτνη ή άντε χαρτονένια και λαμπιόνια βιδωτά Μια σειρά. Άντε και στο τζάμι δυο βαμβάκια. Και βέβαια η απαραίτητη Χριστουγεννιάτικη φωτογραφία για ανάμνηση. Λίγα πράγματα αλλά με πόση αγάπη φτιαγμένα όλα.


Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΑΣΤΡΟΝ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ

Επειτα από προσπάθειες 5 χρόνων, συγκέντρωση 1.000 υπογραφών, ποδηλατοδρομίες και αποστολή 2.000 καρτών προς τους υπουργούς Πολιτισμού αυτών των χρόνων, οι κάτοικοι της περιοχής των Αμπελοκήπων, μαζί με τη μη κερδοσκοπική εταιρεία Monumenta,κατάφεραν να διασώσουν τον κινηματογράφο Αστρον, τον πρώτο χειμερινό κινηματογράφο της περιοχής, οι χώροι του οποίου φιλοξενήθηκαν πολλές από τις εμπειρίες τους: πρώτη φορά στο σινεμά, πρώτη ταινία, πρώτη συνάντηση, πρώτο φιλί.
                   
Η ιστορία ξεκινάει στις αρχές του 20ού αιώνα, τότε που στην Αθήνα ανοίγουν τις πύλες τους οι πρώτες αίθουσες κινηματογράφου. Αρχικά χρησιμοποιούνται ως κινηματοθέατρα που άλλοτε ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις και άλλοτε προβάλλουν κινηματογραφικές ταινίες. Στο τέλος του 1910 λειτουργούν ήδη 6 κινηματογραφικές αίθουσες: Κόσμος, Royal, Βαριετέ, Pathé Frères, Ρώμη, Hellas. Οι περισσότερες διαθέτουν πιανίστα που συνοδεύει ηχητικά τις ταινίες του βωβού κινηματογράφου. Την περίοδο του Μεσοπολέμου λειτουργούν 13 αίθουσες στην Αθήνα και άλλες 62 στην επαρχία.
Το 1929 έχουμε την έναρξη του ομιλούντος κινηματογράφου και εγκαινιάζεται στην Αθήνα με την αίθουσα Αττικόν, ενώ τρία χρόνια αργότερα, το 1932 φτιάχνεται το Παλλάς στο ισόγειο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, με χωρητικότητα 2.000 θέσεων. Το 1954 λειτουργούν 450 αίθουσες σε όλη την Ελλάδα, οι περισσότερες στην Αθήνα. Στην περιοχή των Αμπελοκήπων λειτουργούν αρκετοί θερινοί κινηματογράφοι ενώ οι πρώτοι χειμερινοί κινηματογράφοι κάνουν την εμφάνισή τους στα μέσα της δεκαετίας του 1950.
Τον Απρίλιο του 1956 ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, ο Δημήτριος Παντερμαλής και οι αδελφοί Δημήτριος και Νικόλαος Μαλτσινιώτης αγόρασαν ένα οικόπεδο στον αριθμό 37 της έρημης τότε λεωφόρου Κηφισίας, προκειμένου να χτίσουν τον πρώτο χειμερινό κινηματογράφο στην περιοχή των Αμπελοκήπων.
Ο Ιωαννίδης είχε σχετική εμπειρία αφού ήδη απο το 1935 είχε φτιάξει το θερινό κινηματογράφο Σινέ Παρί στην Πλάκα, με μια διάθεση νοσταλγίας για το Παρίσι που τότε είχε μόλις αποχωριστεί.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΥΣΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης (φωτ. από τα εγκαίνια του Αστρον, 1957) καταγόταν από την ευρύτερη περιοχή της Προύσας κι έφυγε πρόσφυγας από το Σούσουρλουκ της Μικράς Ασίας το 1923, στα 21 του χρόνια, γεμάτος ανησυχία για όσα είχαν συμβεί, αλλά και γεμάτος όνειρα για όσα τον περίμεναν.
Μέσω της Προσοτσάνης της Δράμας, βρέθηκε στη μικρή πόλη Κρεζώ της Γαλλίας χωρίς να γνωρίζει ούτε λέξη γαλλικά – ούτε ελληνικά μιλούσε τότε.
Δούλεψε για λίγο στην Peugeot, αλλά γρήγορα αναζήτησε τα όνειρά του στο Παρίσι, κοντά στον θείο του, Παναγή. «Οταν έχεις συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής και τον χάνεις από τη μια στιγμή στην άλλη, χωρίς να έχεις ευθύνη, έχεις έναν λόγο παραπάνω να διεκδικήσεις και να αποκτήσεις ξανά αυτά που θεωρούσες παντοτινά δικά σου» έλεγε ο ίδιος πριν το τέλος της ζωής του, όταν του ζητούσαν να ερμνηνεύσει την μετέπειτα επιχειρηματική του επιτυχία.
Ξεκίνησε από μια επιχείρηση γυναικείων κομμώσεων και καλλυντικών. Οι Παριζιάνες είχαν χρήματα να επενδύσουν. Γρήγορα απέκτησε αλυσίδα καταστημάτων, «Maison de Parmenente», τα οποία οργάνωνε και μετά πουλούσε – πρόγονος του franchise. Δημιουργικές μέθοδοι μάρκετινγκ, όπως«δωρεάν κόμμωση, permenente σε όποια κυρία έφερνε τρεις φίλες της στο κατάστημα», έδωσαν μεγάλη ώθηση στην επιχείρηση.
Το 1930 βρήκε τον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη επιτυχημένο, οικονομικά εύρωστο, γνωστό στην κοινωνία του Παρισιού και έτοιμο να παντρευτεί... ποιαν άλλη; Μία Ελληνίδα.
Η 20χρονη Φωτεινή Καλαïτζή, που ζούσε στην Αθήνα και καταγόταν επίσης από τη Μικρά Ασία, ταξίδεψε στο Παρίσι και με συνοπτικές διαδικασίες παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο. Δεν της άρεσε το Παρίσι, θεωρούσε ότι «μόνο για τιμωρία θα μπορούσε κάποιος να ζήσει εκεί», γι' αυτό και μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού το 1932, εκείνος επείσθη και επέστρεψαν στην Αθήνα, παρ' ότι δεν μιλούσε ελληνικά (στην Προύσα μιλούσε τουρκικά, στο Παρίσι γαλλικά). Η Ελλάδα ήταν η πατρίδα του, αλλά δεν ήταν ο τόπος του. Ηρθε όμως με ζεστό χρήμα στην τσέπη απο τις επιχειρήσεις του που τις πούλησε στην καλύτερη τους στιγμή. Ηταν έτοιμος να επενδύσει στην Ελλάδα. Με αρχιτέκτονα τον Γεώργιο Γκοτζαμάνη, έχτισε ένα πενταώροφο κτίριο πίσω από την πλατεία Κλαυθμώνος (στον πεζόδρομο της Σκουλενίου), για να στεγάσει την οικογένειά του, και αργότερα στη δεκαετία του 1960 έφτιαξε ένα εξοχικό στη Βάρκιζα η οποία τότε έμοιαζε με σεληνιακό τοπίο (στο παραθαλάσιο αυτό σπίτι γυρίστηκαν πολλές ταινίες της Ιωαννίδης Φιλμ).
  
ΕΝΑ ΑΣΤΡΟΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ
Η άδεια του Αστρον εκδόθηκε τρεις μήνες μετά την αγορά του οικοπέδου, τον Ιούλιο του 1956. Τη μελέτη υπέγραφε ο ακαδημαϊκός Σόλων Κυδωνιάτης, ο οποίος μόλις είχε εκλεγεί καθηγητής στο ΕΜΠ. Ενας από τους καλύτερους αρχιτέκτονες της εποχής του, που δίδαξε και μελέτησε με πάθος την αγροτική αρχιτεκτονική και συνέβαλε στην οργάνωση των χωριών και στην ανοικοδόμηση της χώρας μετά τον πόλεμο. Ασχολήθηκε επίσης με την προστασία του αστικού περιβάλλοντος (ο πρώτος που έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου το 1920) και τη διάσωση ελληνικών ιστορικών χώρων, ενώ συνέλαβε και την ιδέα της ενοποίησης αρχαιολογικών χώρων.
Στα Αρχεία Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη υπάρχει ολόκληρη η μελέτη του κινηματογράφου, και μάλιστα σε δύο παραλλαγές: η μία με 31 σειρές στην πλατεία και 13 στον εξώστη και η δεύτερη με 26 σειρές στην πλατεία και 14 στον εξώστη. Συνολικά προβλέπονταν 1.340 θέσεις: 800 στην πλατεία και 540 «θέσεις διακεκριμέναι» στον εξώστη. Η μελέτη είχε γίνει με το σύστημα CinemaScope και με τέτοιον τρόπο ώστε όλοι οι θεατές να έχουν καλή ορατότητα της οθόνης.
Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΡΟΝΟ κινηματογράφος είχε μια σημαντική καινοτομία: αναβάθμισε τον εξώστη. Οι διακεκριμένες θέσεις του Αστρον ήταν στον εξώστη, ενώ ως εκείνη τη στιγμή σε όλους τους κινηματογράφους της Αθήνας η τιμή του εισιτηρίου στον εξώστη ήταν χαμηλότερη. Κι ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αγαπήθηκε το Αστρον: ξέφευγε από την αντίληψη του «λαϊκού γκέτο» που είχαν ως τότε οι εξώστες των κινηματογράφων.
  
Πρωτότυπα σχέδια (1956) του Σόλωνα Κυδωνιάτη
Η μορφολογία των όψεων είχε προβληματίσει ιδιαίτερα τον αρχιτέκτονα, γι' αυτό και διασώζονται σχέδια με τέσσερις διαφορετικές παραλλαγές. Μια μεγάλη, επιβλητική κλίμακα, που διαιρείται στο πλατύσκαλο σε δύο μικρότερες, οδηγεί στο φουαγιέ.
  
Πρωτότυπα σχέδια (1956) του Σόλωνα Κυδωνιάτη
Το φουαγιέ με το μπαρ επεκτείνεται στον επιμήκη εξώστη επάνω από την είσοδο με το χαρακτηριστικό κιγκλίδωμα της εποχής. Δεξιά και αριστερά του φουαγιέ, δύο χώροι προορίζονταν για καπνιστήρια. Ολες οι εσωτερικές διακοσμήσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή από τον Σόλωνα Κυδωνιάτη.
  
Πρωτότυπα σχέδια (1956) του Σόλωνα Κυδωνιάτη
Σύμφωνα με την αρχική πρόταση, ο κινηματογράφος θα ονομαζόταν Cine Venus. Πιθανόν το περιστρεφόμενο αστέρι που τοποθετήθηκε στην είσοδο, το οποίο ήταν ορατό και από το Παγκράτι, ενέπνευσε το όνομα Αστρον για τον νέο κινηματογράφο. Ισως να έπαιξε ρόλο και το ότι το νέο όνομα ξεκινούσε από «Α», άρα θα ήταν πρώτο στις λίστες των εφημερίδων. Βέβαια, αργότερα άνοιξαν κι άλλοι κινηματογράφοι στην περιοχή των Αμπελοκήπων (Αθήναιον, Ανεσις, Αρτζεντίνα, Αβάνα) που πέρασαν στις λίστες μπροστά από το Αστρον.
 
Πρωτότυπα σχέδια (1956) του Σόλωνα Κυδωνιάτη
ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ

Στις 4 Ιανουαρίου του 1957 έγιναν τα εγκαίνια του Αστρον, του πρώτου κινηματογράφου των Αμπελοκήπων. Η πολυτελής μαρμάρινη σκάλα με τον επιβλητικό καθρέφτη κατά την άνοδο, το εντυπωσιακό φουαγιέ των 130 τ.μ. (σπάνιο ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα, φιλοξενεί άνετα 150 άτομα), αλλά και η ανατροπή της εικόνας του εξώστη το έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό στο κοινό.
Η έναρξη της κρατικής ελληνικής τηλεόρασης το 1966 επηρέασε τους κινηματογράφους όλης της χώρας. Το 1973, κι ενώ η μείωση των εισιτηρίων συνεχιζόταν, ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης υπέκυψε στις πιέσεις των συνεταίρων του να αποδεσμευτούν από αυτό το περιουσιακό στοιχείο που θεωρούσαν ότι μέρα με την ημέρα έχανε την αξία του. Πούλησε το μερίδιό του με την προϋπόθεση ότι θα κρατούσε τη διαχείριση – είχε ήδη ιδρύσει την κινηματογραφική εταιρεία Ιωαννίδης Φιλμς ΕΠΕ και χρειαζόταν έναν κράχτη στο κέντρο της Αθήνας.
To 1996 ο κινηματογράφος ανακαινίστηκε, πήρε μια εισπρακτική ανάσα χάρη στις ταινίες «Ο βράχος», με τον Σον Κόνερι και τον Νίκολα Κέιτζ, και «Ο οργασμός της αγελάδας», της Ολγας Μαλέα (1996), αλλά παρόλα αυτά οι ιδιοκτήτες επέμεναν να μην βλέπουν μέλλον στην επενδυσή τους.
Η ΕΞΕΛΙΞΗTo 2004 ο κινηματογράφος πωλήθηκε και το 2009 ο νέος ιδιοκτήτης, το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών, πήρε άδεια κατεδάφισης.
Η μη κερδοσκοπική εταιρεία Monumenta ζήτησε τότε την παρέμβαση του ΥΠΠΟ και του ΥΠΕΚΑ προκειμένου να προστατευθεί το κτίριο από κατεδάφιση, ενώ ο Πολιτιστικός- Περιβαλλοντικός Σύλλογος Κέντρου Αμπελοκήπων κατέθεσε στο ΥΠΠΟ αίτηση χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου μνημείου.
Τελικά, έπειτα από 3 χρόνια, η περιπέτεια του κινηματογράφου Αστρον στους Αμπελοκήπους είχε ευχάριστη κατάληξη. Την Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013, με μεγάλη πλειοψηφία, τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων γνωμοδότησαν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου μνημείου.

Το Αστρον δεν θα γίνει ποτέ σουπερμάρκετ.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικη ανάμνηση





Πάνω απ την τουαλέττα του σπιτιού ήταν ένα πατάρι. Μη φανταστείτε τώρα πατάρι κανονικό με πόρτα. Ενα πατάρι με κουρτίνα μπροστά ήταν. Κι εκεί ανεβάζαμε όλες τις σαβούρες που περίσσευαν. Θυμάμαι μια ξύλινη σκάλα φτιαγμένη από δοκάρια οικοδομής και σανίδια για σκαλοπάτια καρφωμένα με κάτι πελώρια καρφιά και δεμένα με σύρμα για να αντέξουν να στηρίζεται στο άνοιγμα του παταριού, τον πατέρα μου να ανεβαίνει προσεκτικά, τη μάνα μου φυσικά να κρατάει τη σκάλα με κόντρα το πόδι στο κάτω μέρος  μη τυχόν κι έχουμε κανένα ατύχημα και να κατεβαίνουν από πάνω κούτες χαρτονένιες ή μεταλλικές και στο τέλος ένα μακρύ πράγμα τυλιγμένο σφιχτά  με εφημερίδα και δεμένο με σπάγγο. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ήταν για όλη την οικογένεια μια ξεχωριστή τελετουργία. Μπαίναμε σε ένα γιορτστικό κλίμα που θα μας άλλαζε την ψυχολογία για τουλάχιστον 15 μέρες. Ειδικά για μένα που έκλεινε και το σχολείο. Ήταν θείο δώρο. Σαν ο πιο μικρός θα έπαιρνα δώρα και αγάπη απ όλους. Μονοπωλούσα το ενδιαφέρον τους Ήμουν   ο βασιλιάς των Χριστουγέννων.

Περίμενα σε μια γωνιά χοροπηδώντας επι τόπου, έτσι σαν ένα χαρούμενο σημειωτόν όπως μας έλεγαν οι δάσκαλοι.  για να τελειώσει η κάθοδος του δέντρου και των στολιδιών και μετά να πάμε στο δωμάτιο το καθημερινό για να αρχίσει η διαδικασία στολίσματος.

Τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα εκείνα τα όμορφα χρόνια ήταν κάτι σαν παράδοση, σαν πολύτιμη κληρονομιά.Το κόστος αγοράς καινούργιου ήταν απαγορευτικό οπότε το παλιό το φυλάγαμε ως κόρη οφθαλμού. Τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα ζούσαν για πολλά μα πάρα πολλά χρόνια. Το δικό μας δεν ξέρω πόσων χρονών ήταν. Αμφιβάλλω αν θυμόταν και κανείς.  Πάντως ήταν μεγάλο. Σε ηλικία. Σε ύψος θα σας γελάσω αλλά ήταν δεν ήταν ενάμισυ μέτρο.Στην ουσία λοιπόν ήταν ένας ξύλινος κυλινδρικός  κορμός και στριμμένο σύρμα χοντρό, ναι, σύρμα χοντρό για κλαδιά τυλιγμένα με πρασινάδα σαν φύλλωμα. Χωρίς στηρίγματα στον κορμό και πολλές φορές έγερναν προς τα κάτω κι άντε μετά να τα στηρίξεις με καρφάκια ή ξυλαράκια.. Το κάτω μέρος του ήταν σφηνωμένο μόνιμα σε μια βάση σαν πυραμίδα, βαριά, για να αντέχει και να μη γέρνει όλη η υπερκατασκευή!!! Δεν υπήρχε χωριστή βάση. Φανταστείτε ένα δέντρο μονομπλόκ.

Ξετυλιγόντουσαν λοιπόν  η εφημερίδα κι ο σπάγγος, ξεδιπλωνόντουσαν τα κλαδιά,με προσοχή για να μη σπάσουν γιατί μετά ήθελε μεγάλη μανούβρα για να ξαναστηριχτούν, άσε που θα είχαμε πρόβλημα στο μάζεμα,  μεγάλα στο κάτω μέρος και μικρά όσο ανέβαινες προς τα επάνω, κι ύστερα άρχιζε η διαδικασία της επιβαμβάκωσης!!  Ναι της επιβαμβάκωσης. Το χιόνι δηλαδή.  Ήθελε μια ειδική διαδικασία, να απλωθεί να γίνει πιο αφράτο πιο απλωμένο και να ακουμπήσει στα κλαδιά  ώστε να φαίνεται σαν χιόνι. Ούτε φελιζόλ υπήρχε ούτε σπρέυ χιονιού. Απλά βαμβάκι. Κι αφού τελείωνε η επιβαμβάκωση άρχιζε ο στολισμός. Οι μπάλες ήταν μέσα στις κούτες. Θυμάμαι είχαμε δύο κουτιά μεταλλικά απο μπισκότα Παπαδοπούλου με τζάμι απο πάνω. Όταν μαζεύαμε το δέντρο βάζαμε τις μπάλες μέσα σε βαμβάκι τυλιγμένες με πολλή προσοχή γιατί ήταν γυάλινες και βέβαια φαινόντουσαν  απ το τζάμι.. Οι μπάλες λοιπόν  ήταν από λεπτό γυαλί χρωματιστό οι απλές και οι πιο περίπλοκες είχαν και ένα βαθούλωμα με το γυαλί πλισσέ και σε άλλο χρώμα. Στρογγυλές, ή σε σχήμα λεμονιού, ή σπιτάκια, ή ότι άλλο σχετικό με τα χριστούγεννα. Στο πάνω μέρος του το στολίδι ήταν τρύπιο κι εκεί έμπαινε ένα διχαλάκι που σφήνωνε στο άνοιγμα, ώστε απ την άλλη να μπορέσεις να το κρεμάσεις.Αλλίμονο βέβαια αν έσπαγε κάποιο, πράγμα πολύ εύκολο γιατί ήταν γυάλινα και φυσικά πολύ ευαίσθητα και φυσικά πανάκριβα.. Βέβαια και τα σπασμένα, αν ήταν όμορφα έμπαιναν στο πίσω μέρος με την άσπαστη πλευρά τους εμφανή, για να μη πάνε χαμένα. Με προσοχή για να μη κόψουμε και κανένα δάχτυλο.

Τα λαμπάκια της εποχής ήταν μια πολυτέλεια. Βασικά δεν ήταν λαμπάκια. Ήταν γυάλινα στολίδια-λάμπες βιδωτές, αη βασίληδες ή παρόμοια Χριστουγεννιάτικα που έδιναν μια πολύ όμορφη αίσθηση στο δέντράκι μας.Το μειονέκτημα τους ήταν πως αν καιγόταν ένα έσβηναν όλα και έπρεπε να δοκιμάζεις ένα ένα μέχρι να βρείς το καμμένο και να το αλλάξεις. Το πλεονέκτημα, πως το καμμένο λαμπάκι γινόταν ένα πανέμορφο στολίδι που έμπαινε με χρυσή κλωστούλα στολιδάκι στο κλαδί.. Κάποια χρονιά θυμάμαι έφερε ο πατέρας μου ένα πριζάκι πράσινο.Έβαλε το φις στο πριζάκι, το έβαλε στην πρίζα και ω χαράς ευαγγέλια Το λαμπάκια αναβόσβηναν. Με το στόμα ανοιχτό τα έβλεπα. Πω πω χαρά. Αναβόσβηναν.

Στολίζαμε λοπόν, βάζαμε και μια μαδημένη γιρλάντα χρυσή ή ασημένια, γιατί τώρα οι γιρλάντες είναι και φουντωτές αλλά και σε διάφορα χρώματα και μετά βάζαμε την πάχνη. Δεν ξέρω ποιοί την θυμούνται αλλά ήταν ότι πιο όμορφο. Γυάλιζε και έδινε πραγματικά την αίσθηση της πάχνης. Στο τέλος βάζαμε την κορυφή. Με προσοχή. Τεντώναμε το σύρμα στην κορυφή του δέντρου και βάζαμε την γυάλινη κορυφή επάνω. Δηλαδή ο μπαμπάς. Ανέβαινε στην καρέκλα τεντωνόταν κι έβαζε την κορυφή. Για κάποιο λόγο που μάλλον έχει να κάνει με γούρι ανέβαινε στην καρέκλα με έπαιρνε αγκαλιά όταν ήμουν δυο τριών χρονών κι έβαζα εγώ την κορυφή. Είπαμε για γούρι.  Το δέντρο ήταν έτοιμο. Ήταν; Όχι βέβαια.

Δέντρο χωρίς φάτνη δεν είναι δέντρο.Κι οι φάτνες ήταν μια ξέχωρη ιστορία. Δεν υπήρχαν τυποποιημένες με κολλημένα τα κουκλάκια. Για την ακρίβεια υπήρχαν αλλά ήταν ογκώδεις και φυσικά ακριβές. Για άλλα βαλάντια.. Έπρεπε λοιπόν να στηθεί η φάτνη-σπιτάκι,ή να φτιαχτεί ένα καλυβάκι σε κλίμακα, πάλι απ τα χέρια ενός πολυτεχνίτη μπαμπά,  να μπεί το απαραίτητο βαμβάκι- χιόνι  στη στέγη, το ψεύτικο άχυρο, μπορεί κι αληθινό για μια αίσθηση πραγματικότητας και μετά να μπουν ένα ένα η Παναγία, ο Ιωσήφ, το Θείο Βρέφος στη μικρή κούνια που είτε την αγοράζαμε είτε πάλι κανένας πολυτεχνίτης μπαμπάς την έφτιαχνε με ξυλαράκια και κόλλα, οι βοσκοί με τα αρνάκια τους κι απ έξω οι τρείς Μάγοι. Πάντα πεζοί, γιατί οι καμήλες ήταν μεγάλες να μπούν στο σκηνικό, άσε που δεν έβρισκες.

Εκείνη την εποχή και κατά την περίοδο των Χριστουγέννων διάφορες βιομηχανίες απορρυπαντικών έβαζαν μέσα στη σκόνη στολίδια για τη φάτνη.Εκτός περιόδου Χριστουγέννων έβαζαν και στρατιωτάκια. (Απ αυτή την προσφορά βγήκε και η περίφημη έκφραση Στο Κλιν το βρήκατε: Μιά και το πιο γνωστό απορρυπαντικό σε σκόνη πλήν του Tide ήταν το Κλίν) Πλαστικά μεν στολιδάκια  και μάλιστα σε ένα μπλέ γυαλιστερό χρώμα που όμως βοήθαγαν στο στόλισμα. Κι εδω βέβαια ο πολυτεχνίτης πατέρας μπορούσε να τα χρωματίσει ή να κάνει άλλου είδους παρέμβαση για βελτίωση του αισθητικού αποτελέσματος.

Το δέντρο συνήθως έμπαινε πάνω σε ένα τραπέζι, ή ντουλάπι, ή κομοδίνο, ή κάτι ψηλό ώστε να είναι στο ύψος ενός παραθύρου για να φαίνεται απ έξω. Τώρα αν το παράθυρο ήταν σε δρόμο ή σε αυλή αυτό ήταν άλλου παπά ευαγγέλιο. Πάντως θα φαινόταν απ έξω έστω και σε όσους της οικογένειας , ή φίλους ή επισκέπτες ερχόντουσαν στο σπίτι.Βέβαια έπρεπε να στολιστεί και το τζάμι. Με τι άλλο ; Βαμβάκι βέβαια.. Και κάτι πρωτόγονα στένσιλ κι αν βρισκόταν και κανένα σπρέυ χιονιού  τότε χαράς ευαγγέλια. Αλλιώς.... είπαμε βαμβάκι.

Αν πας σήμερα σε ένα οποιοδήποτε κατάστημα ηλεκτρικων ειδών, θα βρείς μεγάλη ποικιλία και σε ποικιλία τιμών απο προβολείς με λάμπες αλογόνου με αισθητήρες, με ότι μπορείς να φανταστείς. Τότε ούτε για πλάκα. Προβολείς μόνο στο γήπεδο. Ή στα μαγαζιά. Στο σπίτι για να φωτίσεις το δέντρο ή κάτι άλλο βολευόσουν συνήθως με κάτι πρόχειρο. Δε  ξέρω πως αλλά στο σπίτι σε ένα μικρό γραφειάκι που είχα για διάβασμα είχα ένα βαρύ μεταλικό πορτατίφ. Που βρέθηκε κανείς δεν θυμάται. Πάντως ήταν μεταλλικό και είχε ένα μετακινούμενο καπέλλο που εστίαζε κάπως το φώς. Αυτό λοιπόν το πορτατίφ έπαιζε το ρόλο προβολέα. Έμπαινε σε μια γωνία πίσω απτο δέντρο, χαμηλά, γυρίζαμε το καπέλλο προς τα επάνω και φωτιζόταν το δέντρο απο κάτω προς τα πάνω δίνοντας του μια αλλιώτικη εμφάνιση απ τις φωτοσκιάσεις που δημιουργούνταν. Σβήναμε το φως του δωματίου και ο συνδυασμός του πορτατιφ προβολέα και των λαμπιονιών, έκανε το δέντρο μας πανέμορφο. Τι άλλο πιο όμορφο, τι άλλο πιο γλυκό για τις άγιες εκείνες μέρες. Δεκαπέντε μέρες με αγάπη, φώς, στολίδια και τραγούδια από ένα παλιό λαμπάτο ραδιόφωνο να συνοδεύει την καθημερινότητα μας.

Και βέβαια τα απαραίτητα γλυκά. Μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες, κουλουράκια, που μοσχομύριζε όλο το σπίτι.Κι όλα χειροποίητα. Κι όλα πεντανόστιμα.Γιατί ήτσν φτιαγμένα με μεράκι και με συνταγές που μεταφερόντοσαν απο γενιά σε γενιά.
Και τη νύχτα της προπαραμονής της πρωτοχρονιάς, εκεί προς τα ξημερώματα άναβε το φως της κουζίνας και μια ασπρομάλλα γιαγιά ανασκουμπωνόταν έβαζε τα υλικά σε μια παλιά πήλινη λεκάνη και ζύμωνε τη βασιλόπιτα.. Την έψηνε, τη στόλιζε και το βράδυ μαζευόμασταν οικογένεια και καλοί φίλοι με το που έμπαινε ο νέος χρόνος ο πατέρας μου έκοβε τα κομμάτια για όλους. Και μια σύμπτωση βρε παιδί μου......... Κάθε χρόνο μου έπεφτε το φλουρί. Τυχαίο; Δεν νομίζω.

Αλέκος Παπανδρέου

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

ΛΙΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ

 

ΤΟ ΑΛΣΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΧΑΛΙ ΤΟΥ

Το πεδίον του Άρεως

 

    Το Πεδίον Άρεως πήρε το όνομά του από το Ρωμαϊκό Campus Martius κι αυτό γιατί επί βασιλείας Όθωνος, μπροστά στο ναό των Ταξιαρχών και προς την οδό Μαυρομματαίων, φιλοξένησε τους Στρατώνες του Ιππικού. Στα χρόνια μάλιστα του Γεωργίου Α΄ λειτούργησε στο Πεδίον του Άρεως Ιππευτική Σχολή (πυρπολήθηκε το 1944, στα Δεκεμβριανά).

 

 

   Αργότερα και μέχρι το 1880 ήταν ο τόπος της υπαίθριας συγκέντρωσης του κοινού γιά περίπατο και αναψυχή. Ειδικά τα Κυριακάτικα μεσημέρια και τις γιορτές αποτελούσε χώρο περιπάτου γιά τους Αθηναίους πολίτες και τους Βασιλείς. 

Ο μικρός ναός των Ταξιαρχών, στο Άλσος

   Στη πλατεία του ναού των Ταξιαρχών υπήρχε στημένη μιά εξέδρα μουσικής σε πολυγωνικό σχήμα, όπου παιάνιζε

 η φιλαρμονική. Από εκεί προήλθε και το όνομα της όμορης γειτονιάς «Πολύγωνο».

 

 

   

 

   ΧΩΡΟΣ ΠΡΑΣΙΝΟΥ 

Τοπογραφικό της περιοχής του Άλσους. Στο άνω αριστερό άκρο ο Πνελλήνιος Γ.Σ.

   Με το Βασιλικό Διάταγμα της 23ης Ιουλίου 1887 η έκταση του Πεδίου του Άρεως εντάσσεται στο Σχέδιο πόλεως και χαρακτηρίστηκε ως μη οικοδομήσιμος κοινόχρηστος χώρος. Κατά παράβαση του Σχεδίου κατασκευάστηκαν στις δεκαετίες που ακολουθούν το Νοσοκομείο Κτηνών, τα κτήρια της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, διάφοροι ημιμόνιμοι και προσωρινοί προσφυγικοί συνοικισμοί, καφενεία, γκαράζ, ιδιωτικό σχολείο, κ.ά. 

    Το 1924 η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, με τη σύμφωνη γνώμη του ΥΠΕΧΩΔΕ, παραχώρησε στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο την χρήση 5,6 γειτονικών στρεμμάτων γιά τις ανάγκες των αθλητικών του εγκαταστάσεων μετά την απαλλοτρίωση του οικοπέδου στη συμβολή των οδών Πατησίων και Αλεξάνδρας, δεσμεύοντάς τον να μην πειράξει το πράσινο που υπήρχε στην έκταση αυτή.



 

ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΚΤΙΣΜΑΤΩΝ  

   Κατά διαστήματα υπήρξαν σκέψεις και προτάσεις γιά την ανέγερση και άλλων κτισμάτων. Μία από αυτές ήταν να ανεγερθεί και Ηρώον του Εθνικού Αγώνα. Κατά την θεμελίωσή του πραγματοποιήθηκε γιορτή, ενώ γιά τον σκοπό τούτο στάλθηκαν από διάφορες πόλεις της Ελλάδας κυβόλιθοι σαν ένδειξη συμμετοχής τους στο έργο. Στην προσπάθεια να διαφυλαχθεί όλο αυτό το υλικό που είχε συσσωρευτεί περιφράχθηκε όλος ο χώρος έξω από τα όρια των εγκαταστάσεων του Πανελληνίου. 

 

   Το 1927 συγκροτήθηκε η Επιτροπή Δημοσίων Κήπων και Δενδροστοιχιών και δόθηκε προτεραιότητα στη διαμόρφωση του Πεδίου του Άρεως, αφού το διεκδικούσαν γιά κατασκευή κτηριακών εγκαταστάσεων το Δικαστικό Μέγαρο Αθηνών, η θερινή σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, η Χριστιανική Αδελφότης Νέων (ΧΑΝ) και το Υπουργείο Γεωργίας. Την ίδια περίοδο το Πεδίον Άρεως χρησιμοποιήθηκε και από την αγγλική εταιρεία ηλεκτροφωτισμού και ηλεκτρικής συγκοινωνίας «POWER» γιά την απόρριψη προϊόντων εκσκαφής στη διάρκεια της κατασκευής της σήραγγας του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς.

 

Το Green Park, λίγο πριν το καταντήσουν σαν τα μούτρα τους

 

  Μετά από έκκληση της επιτροπής Δημοσίων Κήπων και Δενδροστοιχιών ο Πέτρος Καλλιγάς αναλαμβάνει τη δημιουργία του σχεδίου φύτευσης ενώ η απόφαση για την υλοποίησή της ελήφθη το 1933. Οι προσπάθειες όμως δεν καρποφόρησαν λόγω έλλειψης φορέα χρηματοδότησης.

   Επτά χρόνια αργότερα, με τη συμβολή του εκδότη της εφημερίδας «Έθνος» Σπύρου Νικολόπουλου και του Πέτρου Καλλιγά, το πάρκο σώθηκε από διεκδικήσεις με τη διαμόρφωση του κοινόχρηστου άλσους (Ν.6171/1934) επί υπουργίας Πέτρου Ράλλη. Το 1934 ανατίθεται στο Ειδικό Ταμείο Μόνιμων Οδοστρωμάτων Αθηνών (Ε.Τ.Μ.Ο.Α.) η διαμόρφωση του χώρου. Η τότε κυβέρνηση μάλιστα διέθεσε 7 εκατομμύρια Δραχμές έναντι της προϋπολογισθείσας δαπάνης 30 εκατομμυρίων για την αποπεράτωση του πάρκου.  

   

   Η φύτευση άρχισε το 1935, βάσει νέου σχεδίου του Αν. Δημητρακόπουλου, και σταδιακά μέχρι το 1940 ολοκληρώθηκε στα ελεύθερα από κτίσματα τότε μέρη του πάρκου. Την ίδια εποχή έγιναν διάφορα τεχνικά έργα: αρδευτικό δίκτυο, ηλεκτροφωτισμός με μαντεμένιες κολώνες σε βάσεις μαρμάρου και σιδερένια με υαλοπίνακες φωτιστικά, καθίσματα, συντριβάνια, οίκημα του γραφείου/ διοίκησης, το αναψυκτήριο Green Park, το Περίπτερο Γαρδένια, κ.λπ.      



   Από το 1940 μέχρι το 1944, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, το Πάρκο σχεδόν εγκαταλείφθηκε. Από το 1945 άρχισε η συντήρησή του και ένα χρόνο αργότερα εξασφαλίστηκε η άρδευσή του. 

 ORPHEAS

πίσω στα παλιά

 

Eν Αθήναις....η Ομόνοια την νύχτα




Η φωτογραφία είναι λίγο πρίν από το ΄60.

Η Ομόνοια την νύχτα φωτισμένη με το συντριβάνι και τις φωτεινές επιγραφές...
Σουρωτή ...Σιγαρέτα Παπαστράτος...από κάτω κάποια μπύρα μάλλον ΦΙΞ...
Το ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ το σινεμά ...τα θαλάσσια λουτρά ΦΟΙΝΙΞ
και ρωτούσαμε τους μεγαλύτερους πώς φέρνουν το νερό από την θάλασσα
και μας απαντούσαν γελώντας ότι είναι της βρύσης και ρίχνουν αλάτι.
Χαζεύαμε τις φωτεινές επιγραφές...ο ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ άλλαζε και έμπαινε
ο παπαγάλος του ΛΟΥΜΙΔΗ ή ο Μεξικανός του BRAVO...
βιζαβί κι απεναντίας στα Χαυτεία τότε οι δύο ανταγωνιστές καφετζήδες.
Ο καθένας είχε την πελατεία του και το χαρμάνι του με την καβουρντιζιέρα
να γυρίζει συνεχώς τους κόκκους του καφέ και να σου σπάνε την μύτη.
Η πλατεία Ομονοίας ήτανε μαγική το βράδυ.
Έξω από το ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ με την άσπρη μπλούζα και το καροτσάκι
με την ασετυλίνη πουλούσε ξηρούς καρπούς ο μικροπωλητής.
Στην γωνία φωτισμένος και ο ΜΠΑΚΑΚΟΣ με κόσμο πάντα απ΄έξω
να κοιτάζει τα ρολόγια του για τα ραντεβού του.
Η Στάνη με τα γαλακτομπούρεκα...τα ρυζόγαλα...τις κρέμες...
Στην Πειραιώς παρακάτω τα καμπαρέ της εποχής με τις σκεπασμένες
ως ακατάλληλες δι ανηλίκους απ΄έξω τολμηρές φωτογραφίες κοριτσιών
με...σούπερ μάξι μαγιό.
Η ΟΜΟΝΟΙΑ ήταν η βάση από την οποία ξεκινούσε η παρέα
για να βρεί το μέρος που θα διασκέδαζε.

πίσω στα παλιά

πίσω στα παλιά

 

Μικρές αθηναϊκές ιστορίες από το 1880 ως το 1900

 

 

 

Ίρις Κρητικού

Eπιμελήτρια έκθεσης-έκδοσης

 

 


 


 

 

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1834 η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του νεότερου ελληνικού κράτους. Την εποχή εκείνη, ο πληθυσμός της Αθήνας δεν υπερέβαινε τους 

10.000-12.000 χιλιάδες κατοίκους, ενώ, το μικρό δομημένο αστικό κέντρο, 

περιτριγυριζόταν από αμπέλια, περιβόλια, ελαιώνες και ρέματα.

 

Κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1879, η Αθήνα αριθμούσε πολύ περισσότερους κατοίκους. Νεοκλασικά κτίρια κύρους όπως το σημερινό Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (κτίριο του 1835 σε σχέδια του Chr. Hansen, που για πολλές δεκαετίες λειτούργησε ως νοσοκομείο), το Πανεπιστήμιο και η Ακαδημία ή η Εθνική Βιβλιοθήκη, θαυμάσιο κτίριο του Th. Hansen (1887-1902), είχαν ήδη οικοδομηθεί, ενώ οι εύποροι Αθηναίοι έχτιζαν τα αρχοντικά τους στις οδούς Σταδίου, Βουλεβαρδίου (σημερινή Πανεπιστημίου), Ακαδημίας, αλλά και στο πιο ήσυχο Κολωνάκι, όπου και το περίφημο καφενείο της Δεξαμενής, προσφιλές στέκι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Ανδρέα Καρκαβίτσα και του Γεράσιμου Βώκου. Λίγο πιο κάτω, ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο, τη Βιβλιοθήκη και το Πολυτεχνείο, αναπτύχθηκαν τα Εξάρχεια και η Νεάπολη, όπου εγκαταστάθηκαν λόγιοι και φοιτητές, συχνάζοντας στις τέσσερις ταβέρνες και τα έξι

 καφενεία της περιοχής, με γνωστότερο από όλα το “Σοφό Κοραή”, στην οδό

 Ιπποκράτους. Εδώ φούντωσαν τα ρομαντικά ειδύλλια της περιοχής, ανάμεσα σε επαρχιώτες σπουδαστές και στις κόρες των σπιτονοικοκυραίων τους, εδώ άνθισαν

 και οι ρομαντικές καντάδες της Αθήνας της Μπελ Επόκ. Εδώ βρισκόταν εξάλλου

 και η ταβέρνα “Αι δύο καρδίαι” της οδού Πινακωτών (σημ.Χαρ. Τρικούπη), που ονομάστηκε έτσι από τη ρομαντική αυτοκτονία του Μιμίκου και της Βιεννέζας Μαίρης, γκουβερνάντας του παλατιού. Εδώ και η νεόδμητη κομψή κατοικία με την ευρύχωρη

 αυλή και την εύγλωττη γαλλική επιγραφή “Sage Femme”.

 

Στην Ομόνοια, την παλαιότερη κεντρική πλατεία της Αθήνας, ανεγέρθηκαν τα

 νεοκλασικά κτίρια “Μπάγκειον” και “Αλέξανδρος” που ξεχωρίζουν ως σήμερα.

 Λίγο πιο κάτω, το Δημαρχείο Αθηναίων, κτίριο του 1874, και στην πλατεία Κοτζιά, την αλλοτινή πλατεία Λαού ή Λουδοβίκου, οικοδομήθηκαν το Μέγαρο Μελά, θαυμάσιο έργο του E. Ziller του 1887 και το Μέγαρο Γ. Σταύρου. Στην οδό Πειραιώς, στο ύψος του Κεραμεικού, χτίστηκαν το νεοκλασικό μέγαρο της σημερινής Δημοτικής Πινακοθήκης,

 έργο του 1874, σε σχέδια του Γ. Μεταξά και η μικρή εκκλησία των Αγίων Αναργύρων

 του 1893. Το 1889, φωταγωγήθηκαν για πρώτη φορά με ηλεκτρικό ορισμένες

από τις πλατείες της πόλης, ενώ με πρωτοβουλία του Τιμολέοντος Φιλήμονος, 

Δήμαρχου Αθηναίων, και με δάνειο ύψους 300.000 δραχμών από την Εθνική Τράπεζα, ξεκίνησαν εργασίες κατασκευής και ανάπλασης δρόμων και πλατειών όπως της

 πλατείας Συντάγματος, Ομονοίας και Βαρβακείου, καθώς και εργασίες για τον

 καλλωπισμό περιοχών όπως η Κηφισιά, το Χαλάνδρι και το Μαρούσι. Το 1896 με την ευκαιρία της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, η οδοποιία και 

ο φωτισμός της πόλης βελτιώθηκαν ακόμη περισσότερο, ενώ ένα κονδύλι 8.000 

δραχμών εγκρίθηκε για δενδροφύτευση.

 

Στα τέλη του 19ου αιώνα, τα ξενοδοχεία της Πλατείας Συντάγματος είχαν αποκτήσει πανευρωπαϊκή φήμη, ελκύοντας επισκέπτες από ολόκληρη την Ευρώπη. Ξεχωρίζει ασφαλώς το “Ξενοδοχείο της Αγγλίας” που -σύμφωνα με την εγκωμιαστική

 περιγραφή του Σουρή- “...καταλάμπει μεσ’ τα φώτα, καταλάμπει μεσ’ τον πλούτο/που

 το βλέπεις σαν τον χάχα και φωνάζεις: τ’ είναι τούτο...”, αλλά και το

 “Γκραντ Οτέλ ντ’ Ατέν” στην οδό Σταδίου, στο εστιατόριο του οποίου συχνάζει

 και γευματίζει με πιάτα ευρωπαϊκά, σύσσωμη η κοσμική Αθήνα.

 

Λίγο πιο κάτω, ο εμπορικότερος δρόμος της Αθήνας, η οδός Ερμού, ένας από τους πρώτους δρόμους που σχεδιάστηκαν από τους Κλεάνθη και Schaubert, φιλοξένησε ιστορικά καταστήματα, φοιτητικά γαλακτοπωλεία και διάσημα καφενεία, όπως 

εκείνο του “Ζαχαράτου”, όπου σύχναζαν διανοούμενοι της εποχής, όπως 

οι Εμμ. Ροΐδης, Γ. Δροσίνης, Γ. Σουρής, Ζ. Παπαντωνίου και Γ. Κονδυλάκης, 

συγγραφέας του περίφημου “Οι άθλιοι των Αθηνών”, με πλήθος πληροφορίες για την Αθήνα της εποχής. Εδώ και το περίφημο Κομμωτήριο και Μυροπωλείο των 

Δ. Κυριακού και Κ. Βελισσαρίου (οδός Σταδίου 4), που καλλωπίζει όλη την καλή 

αθηναϊκή κοινωνία. Κοντά στην πλατεία Συντάγματος και ο Βασιλικός Κήπος, 

αγαπητός τόπος περιπάτου και αναψυχής, αλλά όχι ο μοναδικός: Στις αρχές της

 δεκαετίας του 1880, στην οδό Πατησίων, κάθε Πέμπτη και Κυριακή, ρομαντικοί

 περιπατητές συνωστίζονται, ενώ “ποιητές που μιμούνται το λόρδο Βύρωνα, 

κυρίες με φέσια κι άλλες, ντυμένες με ευρωπαϊκά φορέματα περιπάτου, ηδυπαθείς

 δανδήδες με βλέμμα υγρό”, αναζητούν τον κατάλληλο στόχο. Στα τέλη, του 19ου

 αιώνα η πολύχρωμη εκείνη παρέλαση έχει πλέον εξελιχθεί σε μια κοινωνική στιγμή

 με σειρά κανόνων, σύμφωνα με τους οποίους στο δεξί πεζοδρόμιο περπατά

 καμαρωτά η αληθινή και η κατά φαντασίαν αριστοκρατία, αντιγράφοντας στις ενδυματολογικές επιλογές της τη γαλλική μόδα, συχνά με κωμικό

αποτέλεσμα, ενώ στο αριστερό πεζοδρόμιο, συνωστίζονται φαντάροι και ποιητές, νταντάδες και υπηρέτες.

 

Διασκεδάζοντας μετά τη δεκαετία του 1880, “ο λαός συνείθισεν ήδη να πίνει ζύθον

 αντί του ρυτινίτη του”, συχνά σε ρυπαρά μαγεριά με αμφίβολης ποιότητας τροφή, 

κι άλλοτε σε αίθουσες με ανάμεικτους θαμώνες, όπου “το κοινόν συρρέει, κοινόν 

πάσης αποχρώσεως, κοινόν εκ πάντων των ορόφων του κοινωνικού εν Αθήναις οικοδομήματος, ανώτατοι του κράτους υπάλληλοι και ρυπαροί υπάλληλοι

 κρεοπωλείων, δέσποιναι αποπνέουσαι μύρα και φορούσαι τρίχαπτα, αφείσαι 

ημιτελές το γαλλικόν των μυθιστόρημα, και φεσοφόροι αποπνέουσαι μαγειρείον...”. 

Και το κρασί ωστόσο, σύμφωνα με μια διαφήμιση εποχής, ρέει άφθονο: 

“Για κάθε σπίτι πτωχικό, καθώς και για Παλάτι. Οίνοι λαμπρού αρώματος και γεύσεως καλής. Στου Μωραΐτη βρίσκονται στον δρόμον της Βουλής”

Σκιτσογράφοι όπως ο Άνιννος διακωμωδούν τους γνωστότερους “τύπους”

 της εποχής που συχνάζουν σ’ ετούτους τους δρόμους, ενώ λίγο αργότερα,

 οι πρώτες διαφημίσεις προϊόντων, τσιγάρων, κονιάκ και άλλων καταναλωτικών

 αγαθών, φιλοτεχνημένες από γνωστούς ζωγράφους και χαράκτες της  εποχής,

 όπως ο Ν. Γύζης και ο Δ. Γαλάνης, που μεταφέρει αυτούσιο στα έργα του 

το άρωμα του Παρισιού όπου ζούσε, αναρτώνται σε εμφανή σημεία. Από τη Γαλλία 

εξάλλου εισάγεται και το ποδήλατο, με λιγοστή κυκλοφορία ως το 1890, οπότε και παρατηρείται μια εντυπωσιακή αύξηση της χρήσης του, ενώ πραγματοποιούνται

 και οι πρώτοι ποδηλατικοί

αγώνες στην Κηφισιά.

 

Στα τέλη του 19ου αιώνα το Βασιλικό Θέατρο μεσουρανεί, δίνοντας παραστάσεις 

αρχαίας τραγωδίας και διεθνούς δράματος, ενώ εντυπωσιακές παραστάσεις δίνονται 

και στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Πιο προσιτό, το υπαίθριο καλοκαιρινό θεατράκι

 της Αλυσσίδας, φιλοξενεί το δικό του ρεπερτόριο. Παρόλο που το γαλλικής 

προέλευσης κωμειδύλλιο επισκιάζει σιγά-σιγά τα υπόλοιπα θεάματα, τα ηρωικά έργα εξακολουθούν να συγκινούν το κοινό. Στα φθηνότερα θέατρα, οικοδόμοι και 

τσαγκάρηδες, ράφτες και υπηρέτες, έρχονται με τα φαγητά τους και συχνά 

παρακολουθούν το έργο σκαρφαλωμένοι σε δένδρα. Την ίδια εποχή ωστόσο όπου το Ωδείο Αθηνών έχει ήδη ιδρυθεί (1871), γαλουχώντας μετά το 1891 μια ολόκληρη γενιά σπουδαίων μουσικών όπως οι Σπ. Σαμάρας, Δ. Λαυράγκας, Γ. Λαμπελέτ και

 Μ. Καλομοίρης και που οι διάσημοι ελληνικοί θίασοι της εποχής περιοδεύουν στην Κωνσταντινούπολη με το γαλλικό ρεπερτόριό τους, η Σμυρνιά τραγουδίστρια Ειρήνη εμφανίζεται στο “Άντρον των Νυμφών”, ερμηνεύοντας “ηδυμελή ασιανά άσματα”

 με πρωτοφανή επιτυχία που μιμούνται ο “Κήπος των Μουσών” και ο “Παράδεισος”

 το 1886, εμφανίζοντας στο κοινό συγκροτήματα Εβραίων και Αρμένηδων. 

Ο περίφημος Κουταλιανός ταξιδεύει στην Ν. Αμερική, προσφέροντας θέαμα, 

και οι πρώτες εναέριες πτήσεις είναι πια γεγονός.

 

Η Αθήνα αριθμεί πλέον 300.000 κατοίκους. Ο κινηματογράφος δεν εμφανίζεται

 πριν το 1907, το πρώτο τηλεφωνικό κέντρο της πόλης θα λειτουργήσει το 1908 με 800 συνδρομητές, ενώ τα πρώτα ταξί, εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

 Ο επόμενος αιώνας, μαζί με την πρόοδο αλλά και με τη μελαγχολική επίγνωση

 του “τέλους εποχής”, είχε φτάσει εδώ και καιρό.

 

http://ermisaggelioforos.blogspot.gr/2011/01/1880-1900.html 

Απόγονοι_Μικρασιατών

πίσω στα παλιά