ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Θερινά σινεμά

Σαν την Αμικα, την Αϊντα την Ελληνίδα, την Αλάμπρα.......

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι
μες τα θερινά τα σινεμά
νύχτες που περνούν
που δεν θα ξαναρθούν
μ´ αγιόκλημα και γιασεμιά

Αυτό το πολύ μελωδικό και πολύ νοσταλγικό απόσπασμα απ το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη φέρνει στο νου μνήμες γλυκές. Σε κάποιες εποχές αλλιώτικες, πολύ πιο δύσκολες, αλλά πολύ πιο ανθρώπινες, μ ανοιχτά παραθυρόφυλλα κι ακόμα πιο ανοιχτές καρδιές.

Με πόση ανυπομονησία περιμέναμε να ανοίξει το θερινό το σινεμά. Και ξέραμε πότε. Όταν τα χειμερινά κρέμαγαν την ταμπέλα «Ραντεβού τον Σεπτέμβρη».

Απ τα τέλη του Μάη ως το τέλος του Σεπτέμβρη, τα πάνινα καθίσματα, το χαλίκι στο δάπεδο, η μπουκαμβίλια, το αγιόκλημα, το γιασεμί, κι ο έναστρος ουρανός με το φεγγάρι για σκεπή ήταν ο πιο συνηθισμένος μας προορισμός.

Όσες ταινίες δεν μπορούσαμε κάποιοι να δούμε το χειμώνα σε πρώτη προβολή, θες διαβάσματα θες οικονομική δυστοκία, τις βλέπαμε το καλοκαίρι.

Με μια πορτοκαλάδα στο χέρι, με πασατέμπο, η καλαμπόκι, παρέα με τα φιλαράκια ή με τη φιλεναδίτσα μας χαζεύαμε στο πανί τις περιπέτειες των αγαπημένων μας ηθοποιών. Ρίχναμε κάπου κάπου και μια κλεφτή ματιά στο φεγγάρι που διέγραφε την τροχιά του στο στερέωμα, κι απλώναμε διστακτικά το μπράτσο μας πάνω απ τις πλάτες της γυναίκας των τότε ονείρων μας.

Κι αν δεν αντιδρούσε και δεχόταν το άγγιγμα, τι χαρά και τι ευδαιμονία, τρισευτυχισμένοι ως τα κατάβαθα της ψυχής μας.

Κι ύστερα ποδαράτο στην επιστροφή για το σπίτι σχολιάζαμε κρίναμε και κατακρίναμε αυτά που είχαμε μόλις δει.,για να καληνυχτίσουμε την καλή μας στη γωνιά του δρόμου πριν το σπίτι της, που την περίμενε ο κέρβερος μπαμπάς της. Κι αν ήμασταν τυχεροί και παίρναμε κι ένα φευγαλέο φιλί στην άκρη των χειλιών, πηγαίναμε σπίτι χοροπηδώντας.

Θερινά σινεμά. Μια διασκέδαση συνυφασμένη με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, με την εφηβεία, με την οικογένεια, με όλα. Μια προσιτή στ αλήθεια διασκέδαση που άφησε τα σημάδια της σε σειρά γενεών.

Αφού πέρασε από σαράντα κύματα κι αφού κόντεψε να γίνει παντοτινή ανάμνηση μια κι όλα τα σινεμά έγιναν πολυκατοικίες και σουπερ μάρκετ, σήμερα εξακολουθεί να ζει, προς μεγάλη χαρά όσων από εμάς λάτρεψαν αυτό το μαγικό είδος της διασκέδασης.,

Μπορεί να μην έχει πια αγιόκλημα και γιασεμί, αν και κάποια ακόμα έχουν κι ακόμα αντέχουν. Μπορεί να μην έχει χαλίκι, μπορεί να μην έχει φιλεναδίτσα, αλλά μια σύζυγο και κουτσούβελα. όμως έχει ακόμα πορτοκαλάδα, έχει ακόμα και πάνινη καρέκλα μα πάνω απ όλα έχει και θα έχει πάντα έναστρο ουρανό και ολόγιομο φεγγάρι.

Δεν ξέρω αν κάποιοι προτιμούν τα κλιματιζόμενα village ή ster ή όπως αλλιώς τα λένε με τα αναπαυτικά καθίσματα, τον ποιοτικό ήχο και την κρυστάλλινη εικόνα. Περι ορέξεως…….

Όμως τούτη τη μοναδική εμπειρία του καλοκαιρινού, του θερινού του σινεμά που κάποιοι ζήσαμε και απολαύσαμε με όλες μας τις αισθήσεις, δεν μπορεί τίποτε να την αντικαταστήσει.

Δεν είναι απίστευτο; Όλες οι αισθήσεις σε μια μοναδική αρμονία.

Η όραση στις εικόνες που προβάλλονται πάνω στο λευκο πανί,

η ακοή στους ήχους και τις μουσικές ,

η γεύση της πορτοκαλάδας απ το γυάλινο μπουκάλι, η απ τα χείλη της αγαπημένης σου,

η όσφρηση να ρουφάει το μεθυστικό άρωμα απ τα αγιόκλημα

και η αφή όταν σφίγγαμε στη φούχτα μας το χέρι της καλής μας. Δεν είναι μοναδικό;

Αυτή η ανάμνηση θα μείνει πάντα ριζωμένη βαθειά στην καρδιά στην ψυχή και στο μυαλό μας.

Κι όσοι δεν έχουν πάει στα θερινά τα σινεμά, να πάνε.

Να πάνε και να δουν ότι και να ΄ναι. . Δεν έχει και τόση σημασία, όσο έχει ο ουρανός, τα αστέρια, τα πάνινα καθίσματα…

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρια

χαραγμένα μέσα στην ψυχή …………………………

Το καφενείο

Τα καφενεία στο χωριό θυμίζουν ακόμα κάτι απ το χτές. Έχουν ακόμα ξύλινα τραπέζια με μάρμαρο και μερικές ψάθινες καρέκλες. Ο Ελληνικός πολλά βαρύς στο μπρίκι, έστω και στο γκάζι, (αν και τελευταία πουλάνε συσκευή γκαζιού με άμμο, χόβολη !!!!!) και ουζάκι ή τσιπουρακι με μεζέ. Η ντοματούλα η ελιά και το τυράκι πρωταγωνιστούν ακόμα. Το μόνο που δεν βλέπω είναι κοπανιστή.
Πρέφα δηλωτή ακόμα και ξερή στην ημερήσια διάταξη, με κάτι τράπουλες που μοιάζουν αυτές του Ελληνικού μονοπωλίου που αγόραζες απ το περίπτερο. Μικρό βοηθητικό ξύλινο τραπεζάκι με χρυσό σειρίτι γύρω γύρω για τον καφέ και το μολύβι με το μπλόκ.
Και βέβαια η ίδια οχλοβοή. Τα ίδια σχόλια απ τους όρθιους παρατηρητές, οι φωνές και οι παρατηρήσεις των παιχτών προς τους συμπαικτες. Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ

Το παγωτάκι μας

 Οι πιτσιρικάδες γλύφουν ένα παγωτό. Με εντυπωσιακό όνομα συνήθως. Από ψυγεία με γυάλινα συρόμενα καπάκια. Για να βλέπουν τι αγοράζουν. Εγώ θυμήθηκα τα λευκά ογκώδη ψυγεία με τα λαστιχένια μαύρα καπάκια από πάνω που άνοιγαν κι έχωνες το μπράτσο μέσα για να βρείς ξυλάκι στο χάρτινο σακκουλάκι του. Κρέμα….. όχι και ξανά το χέρι μέσα ψαχουλέυοντας. Κακάο…… ούτε. Ξανά μέσα το χέρι πασπάτεμα να δεις αν είναι σκληρό το παγωτό πράγμα που σήμαινε σοκολάτα και τσουπ. Νάτο… Φούσκωμα να ξεκολήσει το σακκουλάκι και ιδού η απόλαυση μπροστά σου..
Ακόμα ακόμα τα λευκά ή αργότερα νικελέ μηχανήματα για να σου γεμίσει η κοπελιά με τη λευκή σα νοσοκόμα ποδιά, το χωνάκι με στριφογυριστή κρέμα, σοκολάτα ή ανάμικτο. Κι όλο έτρεχε στο πλάι κι όλο έγλυφες και πασαλειβόσυνα στα δάχτυλα. Και προ το το τέλος δάγκωνες το
κάτω μέρος και ρούφαγες. Ευτυχώς ακόμα υπάρχουν αυτά τα μηχανήματα και μάλιστα οι πιτσιρικάδες γουστάρουν.
Τα χάρτινα πλισσέ κυπελλάκια Παπασπύρου με το μισό κεράσι και το ξύλινο επίπεδο κουταλάκι , με την κιτρινωπή κρέμα και το χαρτονένιο καπάκι. Μη μου πεί κανείς ότι δεν έγλυφε το μέσα μέρος απ το καπάκι για να απολαύσει ότι είχε κολλημένο από παγωτό επάνω του.

Φυλακές Αβέρωφ

Απ τα κελλιά προς τη Λουκάρεως στο πίσω μέρος του κυρίως κτιρίου μπορούσες περνώντας να ακούσεις διαλόγους μεταξύ κρατουμένων και είτε περαστικών είτε κάποιων άλλων φίλων και συγγενών τους, εκτός επισκεπτηρίου. Παρόμοια γινόντουσαν και στο Αναμορφωτήριο Θηλέων "Γαμπρίζοντες τύποι" σε διάλογο με κρατούμενες. Για το λόγο αυτό τα παράθυρα του 10ου Γυμνασίου που έβλεπαν προς τον Αναμορφωτήριο ήταν βαμμένα με λαδομπογιά και μάλιστα απ το έξω μέρος τους γιατι απο μέσα ξυνόντουσαν εύκολα με ένα κέρμα..

Μου είπαν λοιπό ότι κάποιος κρατούμενος που αποφυλακίστηκε και βγήκε στην Αλεξάνδρας διασταυρώθηκε με κάτι αστυφύλακες. Κάτι το βαρύ βήμα κάτι το φτωχικό ντύσιμο κάτι η αξυρισιά του, τον σταμάτησαν. Τι είσαι εσύ τον ρώτησαν. Και λένε ότι τους απάντησε δείχνοντας με το το κεφάλι προς το ΕΦΗΒΕΙΟΝ ΑΒΕΡΩΦ. Εγω ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟΣ.....

Πένα και κοντυλοφόρος...


Στην πρώτη τάξη του Δημοτικού 
πρόλαβα μελάνη κοντυλοφόρο και στυπόχαρτο. Και δεν θέλω σχόλια του τύπου παλιόγερε και προπολεμικα και Κολοκοτρωνης κλπ.... Τα πρόλαβα. Κι ήταν τραυματικές εμπειρίες. Έτσι κι έσταζε μελάνη.... με το ξυραφάκι με προσοχή για να μη σκιστεί το χαρτί και μετά με το νύχι να λειανθεί. Λίγο καιρό μετά ΒΙC και SCHNEIDER μπλέ με μαύρο πισινό.... και φυσικά μολύβια FABER και γομολάστιχες κόκκινες μπλέ για μολύβι και στυλό αντίστοιχα.....και ξύστρες μεταλλικές ασημί με αννταλλακτικά λαμάκια.......

Η γιαγιούλα

………..Καλώς το γιαβρί μου, καλώς το τζιγιέρι μου. Η γλυκιά φωνή της γιαγιάς , γιαγιούλα την έλεγα, με καλοσώρισε την ώρα που γύριζα απ το σχολείο. Στεκόταν δίπλα στην σιδερένια εξώπορτα κοντά στο πηγάδι, με το βλέμμα ανήσυχο να σαρώνει το χωματόδρομο της Πανορμου για να με δεί να έρχομαι απ τη γωνία.
Με την μπλέ ποδιά και το λευκό γιακαδάκι, σημάδια μιας άλλης εποχής, με το κοντό παντελόνι και τα μελανιασμένα απ το κρύο και τις κλωτσιές καλάμια να τρέμουν στο τσουχτερό κρύο.
Καλώς το γιαβρί μου, το τζιγιέρι μου, λέξεις ξένες, μα τόσο οικείες, λέξεις που ακούγοντας τις τώρα, σου φέρνουν στην ψυχή τρυφερά συναισθήματα και πίκρα συνάμα.
Ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο εκεί στην άκρη των μαλλιών ,μια ζεστή αγκαλιά, την τσάντα μου στα χέρια της κι ύστερα τρέχοντας για την άλλη αγκαλιά την αγκαλιά της μάνας.
Ζεστό φαϊ στο τραπέζι, σπιτικό, νόστιμο, με μαστοριά φτιαγμένο απ τα χέρια της γιαγιάς, απ τη χαμένη πατρίδα, την Πόλη, την πιο όμορφη στο ντουνιά.
Φαγητό με όλη την οικογένεια μαζεμένη.
Στη γωνιά του δωματίου μια παλιά μεταλλική κυλινδρική σόμπα, έκαιγε μέσα της μαύρα γυαλιστερά κάρβουνα, κοκ τα λέγανε. Και στο κάτω μέρος της μια σχάρα μέσα από ένα πορτάκι σαν στόμα κόκκινο με μεγάλα δόντια φεγγοβόλαγε Εκανε κέφι ο πατέρας μου να κάθεται δίπλα της και βάζοντας μια μασιά μέσα σε εκείνο το κόκκινο στόμα να την αφήνει να πυρώνει κι ύστερα να μου λέει κοίτα, και να την ακουμπάει στο τσιγάρο του για να το ανάψει. Τρελλαινόμουνα να το βλέπω. Ασε με να το κάνω κι εγώ τούλεγα. Και μ’ άφηνε.
Το παλιό ραδιόφωνο έπαιζε διάφορα και κάπου κάπου μια πρωτόγονη διαφήμιση για ψυγεία και ειδήσεις στην καθαρεύουσα «Ανεκοινώθη αρμοδίως ότι από της πρωϊας σήμερον ...............
Το φαί τέλειωσε, ο πατέρας μου πήγε να ξαπλώσει λίγο.
Τα πιάτα μαζεύτηκαν και πλύθηκαν, ξαναμπήκε το σεμαίν πάνω στο τραπέζι κι απο πάνω το βάζο με τα λουλούδια τα κομμένα απ το μπαξέ.
Ώρα για διάβασμα. Να τελειώνω νωρίς για να κατέβω να παίξω στην αυλή, αν ο καιρος το επετρεπε. Εϊχα μισοέτοιμο το αυτοκίνητο μου εκείνο με τα καφάσια και τη ρόδα απ το παλιό καρότσι της λαικής για τιμόνι. Κι έπρεπε να βάλω πεντάλια, γκάζι φρένο αμπραγιάζ.
Στο τραπέζι απλώθηκαν τα τετράδια ντυμένα με μπλέ κόλλα και την ετικέτα «Τετράδιον Ορθογραφίας του μαθητού ........... Σχολικόν έτος.........» και τα βιβλία. Που γραφείο τότε.
Τα μολύβια έπιασαν δουλειά.
Όχι και με πολλη διάθεση για να λέμε την αλήθεια .
Κι η γιαγια εκεί παραδίπλα πάνω στη ντιβανοκασέλα,. Μιντέρια είχαμε στην πόλη έλεγε. Να παρακολουθεί πάνω απ τα πρεσβυωπικά γυαλιά της το σγουρό κεφάλι το σκυμμένο πάνω στα τετράδια.
Κάτσε πιο όρθιος θα καμπουριάσεις πέταγε κάθε τόσο.
Στα χέρια της βελονάκια. Κάτι έφτιαχνε με το κουβαράκι την άσπρη κλωστή, κάποιο κέντημα για το τραπεζάκι ίσως. Και ένας μουσικός ψίθυρος, σαν αμανεδάκι μούφερνε, να βγαίνει απ τα μισόκλειστα χείλη της.
Κάπου παραμέσα στ άλλο δωματιο είχε στηθεί το σίδερο για να σιδερωθούν τα ασπρόρουχα, τα πουκάμισα, τα κεντήματα .
Μοσχομύριζε σαπούνι και λεβάντα .
Έτριξε το κρεββάτι και απ την αίσθηση του χαδιού στα μαλλιά μου κατάλαβα πως ο πατέρας μου είχε σηκωθεί για να πάει ξανά στη δουλειά. Ούτε οχτάωρο ούτε πενθήμερο.Κάθε μέρα πρωϊ απόγευμα και τα Σάββατα.
Μια γουλιά ελληνικό καφέ, τούρκικο τον λέγανε τότε, λίγο κρύο νερό ένα τσιγάρο άφιλτρο , το παλτό στην πλάτη και ......θα τα πούμε το βράδυ.
Απόγευμα μιας χειμωνιατικης μέρας με κρύο και μουντό καιρό........................................
Η κίνηση απελπιστική, βήμα σημειωτόν στην Μεσογείων, την Κηφισίας, την Βουλιαγμένης, την Αμαλίας, την παραλιακή, κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια.
Το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μουρμούριζε τις τελευταίες ειδήσεις.
Εκρήξεις, σεισμοί, λιμοί, νεκροί ,τραυματίες, επεισόδια, μετρα περικοπες. Άλλαξα σταθμό. Σουξεδάκια της εποχής από καλλιτέχνες μιας χρήσης. Διαφημίσεις για κινητά και ακίνητα και αυτοκίνητα και άλλα πολλά και διάφορα. Και προβληματισμένοι ή μήπως προβληματικοί ακροατές να βγαίνουν στα μικρόφωνα και να βγάζουν σώψυχα, συμπλέγματα ,πάθη. Επιβεβαίωνα την άποψη μου. Διάλογος δεν υπάρχει. Μόνο μονόλογοι , ειρωνία, χλεύη, ύβρεις.
Ο καιρός μουντός και συνεφιασμένος. Οι οδηγοί των διπλανών αυτοκινήτων βαρείς κι αμίλητοι οι μισοί, φουρκισμένοι κι ανήσυχοι οι άλλοι μισοί. Βλέμματα στο άπειρο, άνθρωποι βυθισμένοι σε σκέψεις. Οι στάσεις πήχτρα στον κόσμο που άρχισε να ανοίγει τις ομπρέλλες του. Πέντε λεωφορεία το ένα πίσω απ το άλλο είχαν κλεισει το λεωφορειόδρομο. Αντε να στρίψεις.
Είίχε αρχίσει να βρέχει για τα καλά Γλίτσα παντού. Άνθρωποι βιαστικοί, αγέλαστοι.
Έφτασα επιτέλους.Μετά βίας βρήκα να παρκάρω στη γωνία δίπλα στον κάδο. Έκανα και το σταυρό μου. Πάλι καλά.
Ξεκλείδωσα την πόρτα. Ησυχία. Θα κοιμούνται σκέφτηκα. Άφησα την τσάντα σε μια άκρη. Απ το βάθος του διαδρόμου κάτω απ τη χαραμάδα της πόρτας έβγαινε φως.
Διαβάζω μπαμπά άκουσα μια φωνή
Μπράβο κούκλα μου της αντιγύρισα.
Έβγαλα το σακάκι μου και κατευθύνθηκα προς την κρεββατοκάμαρα. Άδεια. Δεν έχει γυρίσει ακόμη σκέφτηκα.
Τη σκέψη μου τάραξε η φωνή της κόρης μου.
-Η μαμά είπε πως θ’ αργήσει. Είπε να φάς.
Το σαλόνι βουβό και μάλλον κρύο. Μισόκλειστα τα σκούρα. Αναρρίγησα. Μάλλον απ την ιδέα του κρύου.
Στην κουζίνα δίπλα στο φούρνο μικροκυμάτων περίμενε το φαί σκεπασμένο.
Στο τραπέζι φάκελλοι με λογαριασμούς, ασφαλιστήρια, διαφημιστικά, και παραδίπλα το καλάθι με τα ασιδέρωτα .
Δεν είχα όρεξη ούτε να φάω. Έτσι μια μπουκιά ψωμί μονάχα.
Κάθησα στον καναπέ . Άνοιξα την τηλεόραση. Κάποια απ αυτές τις κουτσομπολίστικες εκπομπές, ένα σήριαλ σε επανάληψη , ειδήσεις για κωφούς,διαφημίσεις, , εκπομπές δήθεν. Την έκλεισα .Και μαζί τα μάτια μου. Σκέψεις γέμισαν το μυαλό μου.
Αποκαμωμένος, αποκοιμήθηκα με το κεφάλι στο μπράτσο του καναπέ ένα χειμωνιατικο απόγευμα με κρύο και μουντό καιρό πεν΄ηντα χρόνια μετά. Κι ονειρεύτηκα την αυλή με τον κήπο, το πηγάδι, την πέτρινη μάντρα......
-Καλώς το γιαβρί μου καλώς το τζιγέρι μου................

Απίστευτο προικοσύμφωνο του 1671!

Το προικοσύμφωνο πλέον αποτελεί άγνωστη λέξη στους περισσότερους, ενώ άλλοι το γνωρίζουν ως προγαμιαίο συμβόλαιο, το οποίο όμως υπογράφεται σε ειδικές περιπτώσεις. Στην ουσία ήταν ένα χαρτί που συντασσόταν λίγο πριν το γάμο, στο οποίο ο πατέρας της νύφης περιέγραφε τι δίνει ως προίκα στο γαμπρό, μαζί με την κόρη του (εννοείται!)…
perierga.gr - Απίστευτο προικοσύμφωνο του 1671!
Από τα αρχεία της Νομαρχίας Κυκλάδων το ακόλουθον προικοσύμφωνον.
Εν έτι 1671 μηνί Ιανουαρίω ημέρα δεκάτη εν Σύρω.
Eν ονόματι της Αγίας Τριάδος και της Κοκκίνης προστάτιδος της νήσου Σύρου Προκοσύμφωνον της πρώτης μας κόρης και της θυγατρός του Κωστάκη και της Σμαράγδας και της μακαρίτισσας της γυναικός μου Πιπινίτσας ήτις θα πάρη νόμιμον σύζυγον τον Ντεμογιαννάκη του Κωνσταντάκη της Πιπινίτσας Πηνελόπης Βαρβαρίτσας. Και εγώ και η μακαρίτισσα η γυναίκα μου Πιπινίτσα δίδομεν την συγκατάθεσίν μας εις το να πάρη η κόρη μας Κατή, νόμιμον σύζυγον και να τον έχη να τον νέμεται μέρα νύκτα, τον Ντεμογιαννάκη Μανωλάκην του Κωνσταντάκη και της Πιπινίτσας Πηνελόπης Βαρβαρίτσας.
- Εν πρώτοις δίδομεν από τα φύλλα της καρδιάς μας την ευχήν να τρισευτυχήσουν και να πολυχρονίσουν.
- Δεύτερον δε τέσσαρα εικονίσματα το πρώτον ευς ξύλον δυνατόν και χονδρόν δύο δάκτυλα και τα άλλας εις αχιβάδα.
- Τρία υποκάμισα τα δύο μικρά και το ένα μεγάλο, δύο μικρά αποκατινά (εσώβρακα) παστρικά, ατρύπητα και ολόγερα.
- Δύο μισοφόρια ολόγερα και μπουγαδιασμένα.
- Ενάμισι ζευγάρι κάλτσες εως ότου να γίνη ο γάμος έχη καιρόν να πλέξη και την άλλη για να γίνουν δύο ζευγάρια.
- Ενα φουστάνι από τσίτι ριγωτό, άλλο ένα από σακονέτα της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου.
- Ενα μανδύλι του λαγιού και δύο μανδοσαλάμια
- Μια φασκιά για τα καλορίζικα
- Δύο ζεύγη παπούτσια το ένα μπαλωμένο
- Σαράντα πήχες βρακοζώνα και μετά τον θάνατο του παπού μας άλλη τόση.
- Του γαμβρού μια σκούφια να την φορή βραδιά παρά βραδιά δια να μη του τρυπήση γρήγορα.
- Δύο τσουκάλια κάστρινα της καραίτισσας της γιαγιάς μου
- Δύο φλιτζάνια του καφέ χωματίνια.
- Το αμελέτητο με δύο χέρια νεροπαστρικό και άπιαστο
- Τρεις βελόνες της κάλτσας.
- Ένα ζάρφι χωματένιο
- Ενα στρώμα μπαλωμένο της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου από φύλλα καλαμόφυλλα.
- Ενα λύχνο χωματένιο και άλλον έναν από ντενεκέ
- Ενα κλειδί
- Μια ψυράγγα (χωράφι) ίθα με μιά παλέστρα του γαϊδάρου
- Τρία ρεάλια, πέντε παράδες και επτά άσπρα.
- Κοντά με όλα αυτά που τους κάμαμεν τους νοικοκυραίους της Σύρου την μίαν κάμαραν του σπιτικού που καθούμαστε και άμα πεθάνω εγώ και ο παππούς της Κατής όλο το σπίτι.
- Ακόμη δε και αυτά 2 κότες ένα πετεινό, είκοσι αυγά, ένα κόσκινο, μία μπιρμπιτσέλια σπητίσια μακαρόνια, και αν προφθάσουμεν θα κάνουμε άλλα τόσα.
- Δέκα οκάδες ελιές και πέντε οκάδες χαμάδα, 2 βάζα κάπαρι, δύο ντουζίνες χήνους, σαράντα κοπόνια κρομμύδια όλα αυτά να τα κάμουν θάλασσα να τρών και να πίνουν όλο το οκταήμερο γαμβρός και νύμφη και όλο το συμπεθεριό και οι ποιό κοντά γειτόνοι.
- Εις τον γαμβρόν, την Κατή με τα ούλα της.
Ο πενθερός
Κωνσταντάκης της Σμαράγδας
Εν Σύρω τη 10 Ιανουαρίου 1671
http://perierga.gr/2013/06/%CE%B1%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-1671/